Προσάρτηση των κατεχομένων;

Προσάρτηση των κατεχομένων;
Του ´Αγγελου Μ. Συρίγου*

Παρά την επί 42 χρόνια κατοχή η Τουρκία ουδέποτε ενσωμάτωσε τα κατεχόμενα στο έδαφός της. Επέλεξε κάτι πιο έξυπνο. Έστησε δομές στα κατεχόμενα εδάφη που δημιούργησαν μία επίφαση νομιμότητας και εμφάνιζαν τους κατοίκους των κατεχομένων ως λίγο-πολύ αυτονομημένους από την Τουρκία. Στην κίνηση αυτή οδηγήθηκε για δύο λόγους.

Κατ' αρχάς μείωσε τις διεθνείς αντιδράσεις. Ενώ τα κατεχόμενα αντιμετωπίζονται από την Τουρκία ως τμήμα του νομού Μερσίνας, υποτίθεται ότι αυτοκυβερνώνται. Η Τουρκία κρύβει το στρατηγικό της ενδιαφέρον για την Κύπρο και εμφανίζεται να τα κάνει όλα αυτά αποκλειστικώς για τους Τουρκοκυπρίους. Χωρίς να κλείνει αποφασιστικά την πόρτα, άφηνει να εννοηθεί ότι προτίθεται να αποχωρήσει, εάν κάποια στιγμή βρεθεί λύση.

Κατά δεύτερο λόγο, τυχόν ενσωμάτωση των κατεχομένων θα οδηγούσε τους Ελληνοκυπρίους να επανεξετάσουν τη σχέση τους με την Ελλάδα και να σκεφτούν ακόμη και την ένωση. Σε μία τέτοια περίπτωση η Τουρκία θα διέτρεχε τον κίνδυνο να δει ελληνικό στρατό στην Κύπρο σε απόσταση αναπνοής από τα νότια παράλιά της. Αυτό θα αναιρούσε εν πολλοίς την πολιτική κατοχής του νησιού.

Αυτή ήταν η επί δεκαετίες κεμαλική αντίληψη των πραγμάτων που εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε επιτυχημένη. Η κατοχή εδάφους ενός κράτους-μέλους του ΟΗΕ δεν εμπόδισε σοβαρά την Τουρκία στις διεθνείς της σχέσεις. Το λογικό είναι να συνεχισθούν έτσι τα πράγματα. Ο Ερντογάν, όμως, δείχνει ότι μπορεί να έχει μία άλλη οπτική των πραγμάτων. Κατατρύχεται από την αγωνία να μεγαλώσει την Τουρκία της συνθήκης της Λωζάννης. Τυχόν ενσωμάτωση των κατεχομένων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το πρώτο βήμα για την ανασύσταση της νέας οθωμανικής Τουρκίας.

Το παράδειγμα της Κριμαίας ενθαρρύνει τον Τούρκο πρόεδρο. Η ενσωμάτωση της στη Ρωσία (μετά από δημοψήφισμα) αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Η διεθνής κοινότητα όμως, εκούσα-άκουσα, εμφανίζεται να το έχει αποδεχθεί. Η Ρωσία δεν είναι αποσυνάγωγη του διεθνούς συστήματος. Μπορεί η Τουρκία να μην έχει τη διεθνή σημασία της Ρωσίας αλλά ο Ερντογάν θεωρεί ότι οι αντιδράσεις θα είναι περιορισμένες.

Αντιστοίχως οι ΗΠΑ θα αποφύγουν να συγκρουστούν άμεσα μαζί του για δύο λόγους. Αφ' ενός οι αεροπορικές βάσεις της ανατολικής Τουρκίας τούς είναι απαραίτητες για τις επιχειρήσεις τους κατά του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία. Αφ' ετέρου το διακύβευμα της περιοχής είναι ο ρόλος των Κούρδων. Θα προτιμήσουν να ασκήσουν όλες τις πιέσεις και την επιρροή τους σε αυτόν τον τομέα, θεωρώντας την Κύπρο μία διαχειρίσιμη παράπλευρη απώλεια.

Τυχόν ενσωμάτωση, όμως, θα έχει και επιπτώσεις. Το πιο δύσκολο πεδίο θα είναι αυτό των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ. Ο Ερντογάν θα συγκρουστεί με όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στο οποίο συμμετέχουν Ελλάδα και Κύπρος. Αυτό θα σημάνει το τέλος των ενταξιακών διαπραγματεύσεων για την Τουρκία. Θα μπορούσε να αντιλεχθεί ότι ο Ερντογάν γνωρίζει πως αυτή την περίοδο δεν υπάρχει προοπτική σοβαρών ενταξιακών συνομιλιών για τη χώρα του. Αντιθέτως η ΕΕ θα είναι συγκρατημένη λόγω του φόβου μαζικής εισόδου προσφύγων και μεταναστών στην ΕΕ. Στην πραγματικότητα, όμως, τυχόν ενσωμάτωση θα σημαίνει ότι η Τουρκία θα απομακρυνθεί από ένα ισχυρό σύστημα εξουσίας που λαμβάνει αποφάσεις διεθνούς εμβέλειας. Θα κλείσει επί παραδείγματι η προοπτική διελεύσεως των αγωγών φυσικού αερίου από την ανατολική Μεσόγειο προς την ΕΕ μέσω Τουρκίας. Η σύγκρουση με την ΕΕ αφορά σε μείζονα αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας που είναι δύσκολο να αποφασισθεί.

Συμπερασματικά, το λογικό είναι να παραμείνουν τα κατεχόμενα στη σημερινή ιδιάζουσα κατάσταση. Είναι κάτι που διευκολύνει την Τουρκία. Επειδή, όμως, ο ορθολογισμός δεν επικρατεί πάντα ούτε στη ζωή ούτε στις διεθνείς σχέσεις, υπάρχει μικρή πιθανότητα ενσωματώσεως των κατεχομένων στην Τουρκία λόγω του μεγαλοϊδεατισμού Ερντογάν. Η πιθανότητα αυτή αυξάνει σημαντικά μόνον σε περίπτωση που οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ΕΕ-Τουρκίας διακοπούν με ευρωπαϊκή πρωτοβουλία. Είναι κάτι που Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να αποτρέψουν σε αυτή τη φάση.

*O Άγγελος Μ. Συρίγος είναι Αναπληρωτής καθηγητής διεθνούς δικαίου και εξωτερικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ