Η Οικονομία της πείνας

 
Η οικονομία της πείνας

Ενημερώθηκε: 30/12/16 - 02:39

Περίπου 1,3 δις ανθρώπων εξακολουθούν να ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, 870 εκατομμύρια άνθρωποι πεινούν καθημερινά και 6,8 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών, πεθαίνουν κάθε χρόνο από παράγοντες που συνδέονται με τη φτώχεια.

Το 2050, στον πλανήτη Γη εκτιμάται ότι θα διαβιούν 9,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι, οι διατροφικές ανάγκες των οποίων δεν φαίνεται, για την ώρα, να απασχολούν τη διεθνή κοινότητα.

Στις φτωχές χώρες, όμως, όπου αναμένεται δημογραφική έκρηξη, η πρόκληση τρομάζει.

Εκεί ζει η πλειονότητα των χρόνια υποσιτιζόμενων, κι επίσης εκεί ξέσπασαν, το 2007 και το 2008, οι «εξεγέρσεις της πείνας», που συνδέονται με την εκτίναξη των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Το 2009, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποσιτίζονταν. Πλέον αυτών, δύο δισεκατομμύρια άτομα αναμένεται να πληγούν από υποσιτισμό, ενώ εννέα εκατομμύρια θα πεθαίνουν ετησίως.

Για να κατανοήσει κανείς την δημογραφική έκρηξη στις αναπτσσόμενες και στις φτωχές χώρες αρκεί ένα παράδειγμα: Ο πληθυσμός του Πακιστάν, για να αναφέρουμε μια μόνο αναπτυσσόμενη χώρα, αυξήθηκε από τα περίπου 50 εκατομμύρια το 1960 σε σχεδόν 190 εκατομμύρια σήμερα, ενώ ο γαλλικός πληθυσμός αυξήθηκε από 45 σε 65 εκατομμύρια κατά την ίδια περίοδο. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα μέλλον στο οποίο οι προηγμένες χώρες θα μοιάζουν σαν μικρά νησιά μέσα σε μια τριτοκοσμική θάλασσα.

Στον αντίποδα ,στις ίδιες περιοχές βρίσκονται και τα γονιμότερα εδάφη, που έχουν, πλέον, εγκαταλειφθεί ελλείψει οικονομικών μέσων. Τα εδάφη αυτά εκμεταλλεύονται προοδευτικά οι δυτικές δυνάμεις, με σκοπό την παραγωγή φυτικών καυσίμων, ή ακόμη και οι ασιατικές χώρες και οι χώρες του Κόλπου που επιθυμούν να εγγυηθούν βιώσιμο επισιτισμό, προβλέποντας αύξηση των γεωργικών προϊόντων παγκοσμίως.

Εκεί, τέλος, η υπερθέρμανση του πλανήτη θα μειώσει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού τις γεωργικές αποδόσεις -από 15% εώς 30% στην υποσαχάρια Αφρική, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ.

Η εκτίναξη των αγροτικών τιμών, το 2007 και το 2008, ανέδειξε την έντονη αστάθειά τους και κατέρριψε το δόγμα της «αυτορρύθμισης των αγορών».

Απέναντι σε ένα βραχυπρόθεσμο, σταθερό αίτημα διατροφής, η παραγωγή αλλάζει σύμφωνα με τις κλιματικές αλλαγές, γεγονός που επιφέρει σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές και τα εισοδήματα -αιτία για την οποία τα κράτη, από την εποχή των φαραώ, ρυθμίζουν πάντα το εύρος των εισαγωγών και υιοθετούν πολιτικές αποθήκευσης.