Κρίθηκε συνταγματική η κατάργηση των Δώρων στους συνταξιούχους!

 
Κρίθηκε συνταγματική η κατάργηση των Δώρων στους συνταξιούχους!

Ενημερώθηκε: 04/02/19 - 12:33

Μετά από 10 χρόνια(!) το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο έκρινε συνταγματική την περικοπή-κατάργηση των Δώρων με τον ν. 3847/2010 (άρθρο μόνο παρ.1). Στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο θα οδηγηθεί πιθανόν η διαφορά ανάμεσα στα δύο Ανώτατα Δικαστήρια

Συνταγματική και σύμφωνη με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, που δεσμεύουν τη χώρα μας, έκρινε η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου την περικοπή-κατάργηση των Δώρων με την υπ’αριθ. 1388/2018 απόφασή του, μετά από σχετικό αίτημα συνταξιούχου στρατιωτικού.

Με καθυστέρηση δέκα (10) ολόκληρων ετών, το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της χώρας δέχτηκε ότι ο ν. 3847/2010 (άρθρο μόνο παρ. 1), που μείωσε δραστικά τα Δώρα και τα κατήργησε ολοσχερώς για όσους είχαν συντάξιμες αποδοχές πάνω από 2.500 ευρώ, είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα, το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Θυμίζουμε ότι με τους μνημονιακούς νόμους του 2010, η 13η και 14η σύνταξη προσδιορίστηκαν σε 400 ευρώ και 200 ευρώ αντίστοιχα για όσους ελάμβαναν συντάξιμες αποδοχές κάτω από 2.500 ευρώ, ενώ για όσους συνταξιούχους λάμβαναν πάνω από 2.500 ευρώ καταργήθηκαν ολοσχερώς.

Η εξέλιξη αυτή είναι πολύ σημαντική αφού αφορά όλους τους συνταξιούχους της χώρας μας. Έρχεται μάλιστα σε μία συγκυρία όπου κορυφώνονται οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης και των δανειστών προς την Ελληνική Δικαιοσύνη, με την απειλή «δημοσιονομικού κινδύνου», όπως με χθεσινό δελτίο της ανέδειξε η ΕΝΥΠΕΚΚ.

Ιδιαίτερα η απόφαση αυτή έρχεται μετά από την έκδοση των υπ’αριθ. 2287-2290/2015 αποφάσεων της ΟλΣτΕ, οι οποίες έκριναν ότι όλες οι μνημονιακές διατάξεις που περιέκοψαν ή κατήργησαν τα Δώρα είναι ευθέως αντισυνταγματικές. Πιθανότατα η διένεξη μεταξύ των δύο αντιφατικών αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων επί του ιδίου θέματος, έστω με καθυστέρηση πολλών ετών, θα οδηγηθεί στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ).

Σύμφωνα με το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της χώρας «… η άνευ εξαιρέσεων ολοσχερής κατάργηση των συγκεκριμένων επιδομάτων για το σύνολο των συνταξιούχων του Δημοσίου που επακολούθησε (βλ. την υποπαραγρ. Β.4. της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, Α΄ 222), καταδεικνύει άνευ ετέρου ότι η επίμαχη περικοπή ήταν απολύτως αναγκαία για την αντιμετώπιση της ως άνω έκτακτης κατάστασης, στην οποία περιήλθε η Χώρα κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο. Περαιτέρω, η περικοπή αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί stricto sensu δυσανάλογη, υπό την έννοια ότι επιβάλλει στη συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων ένα ιδιαίτερα επαχθές βάρος, που υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο ως άνω σκοπό. Και τούτο, ενόψει αφενός του σχετικά μικρού ύψους των πρόσθετων παροχών, στις οποίες αφορά η περικοπή, αφετέρου του γεγονότος ότι μέσω του μέτρου αυτού διασφαλίζεται τελικώς, έστω και εμμέσως, η εξακολούθηση καταβολής σε αυτούς κύριας σύνταξης.».

Εξάλλου, σε άλλο σημείο η επίμαχη απόφαση αναφέρει ότι: «Άλλωστε, η επίμαχη περικοπή αποτελεί ένα από τα πρώτα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν σε σχέση με τις συντάξεις, οι προβαλλόμενοι δε με το υπόμνημα του ενάγοντος ισχυρισμοί που αφορούν στις περαιτέρω μειώσεις που επιβλήθηκαν στις αποδοχές των στρατιωτικών με βάση τις διατάξεις των νόμων 3865/2010, 3986/2011, 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012, παρίστανται αλυσιτελείς, καθόσον ανάγονται σε μεταγενέστερο του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνο και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να συνεκτιμηθούν, στο πλαίσιο εξέτασης, από άποψη επιπτώσεων, της επίμαχης περικοπής.».

Τέλος στο διατακτικό αναφέρει ότι: «…οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ν. 3847/2010 , κατ’ εφαρμογή των οποίων σταμάτησε, από 1.6.2010 και εφεξής, να καταβάλλονται στον ενάγοντα, στρατιωτικό συνταξιούχο, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας, δεν αντίκεινται στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 17, 22, 25 παρ. 1 και 3, 28 παρ. 1 και 2 και 36 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στην αρχή της αναλογικότητας ούτε δε στα άρθρα 15 παρ. 1, 17 και 31 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ανωτέρω σκεπτικό.».