Προσέφυγαν στο ΣτΕ η ΓΣΕΒΕΕ και ο ΔΣΑ κατά των πληρωμών μέσω POS

 
Προσέφυγαν στο ΣτΕ η ΓΣΕΒΕΕ και ο ΔΣΑ κατά των πληρωμών μέσω POS

Ενημερώθηκε: 25/06/17 - 19:17

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγαν η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ) και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ) και ζητούν να ακυρωθεί η από 19.4.2017 υπουργική απόφαση που επιβάλει την καθιέρωση των πληρωμών μέσω κάρτας (POS).

Όπως είναι γνωστό, οι συσκευές POS είναι ένα τερματικό μηχάνημα αποδοχής καρτών από το οποίο πραγματοποιείται η πληρωμή αγοράς αγαθών, δηλαδή είναι μία διαδικτυακή εφαρμογή που επιτρέπει να δέχεστε πληρωμές μέσω χρεωστικής, πιστωτικής ή προπληρωμένης κάρτας.
Ειδικότερα, η ΓΣΕΒΕΕ αναφέρει ότι μέλη της είναι 90 Ομοσπονδίες, 1.100 Σωματεία και 140.000 επιχειρηματίες. Μεταξύ των επιχειρηματιών περιλαμβάνονται επιχειρήσεις που έχουν ετήσιο τζίρο από 2 εκ. ευρώ έως 10 εκ. ευρώ και απασχολούν από κανένα εργαζόμενο (καθώς είναι αυτοαπασχολούμενοι) έως 49 εργαζόμενους.

Η ΓΣΕΒΕΕ αναφέρει ότι ο επιτηδευματίας υποχρεούται να υπογράψει σύμβαση με Τράπεζα και να αγοράσει το POS ενώ επιφέρει κέρδη στις Τράπεζες από 1% έως 2% του τζίρου των επιτηδευματιών και αντίστοιχη μείωση του εισοδήματός τους.

Διευκρινίζει ότι οι Τράπεζες για κάθε συναλλαγή μέσω POS λαμβάνει προμήθεια (1% έως 2%) ανάλογα με τον κύκλο των εργασιών της κάθε επιχείρησης, ενώ πλήττονται οι μικρές, πολύ μικρές επιχειρήσεις και ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ήδη πληγεί από την οικονομική κρίση.
Ακόμη, επισημαίνει η ΓΣΕΒΕΕ ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση και ο νόμος 4446/2016 (άρθρο 65) που προβλέπουν την εφαρμογή των POS πλήττουν το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας που προστατεύεται από το άρθρο 5 του Συντάγματος.

Παράλληλα, ο ΔΣΑ επαναλαμβάνει τα περί αντισυνταγματικότητας (αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, αντίθεση με τα άρθρα 5 και 20 του Συντάγματος, κ.λπ.) τόσο της υπουργικής απόφασης όσο και του εν λόγω νόμου, ενώ σημειώνει ότι οι δικηγόροι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του νόμου4446/2016.

Ακόμη, ο ΔΣΑ επισημαίνει ότι κατά την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών ο δικηγόρος έχει σχέση εντολής με τον εντολέα του και η επιβολή πρόσθετου κόστους στις συναλλαγές των δικηγόρων με τους εντολείς τους, έχει ως συνέπεια αδικαιολόγητη, πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση και δυσχέρανση της πρόσβασης στην Δικαιοσύνη.