Η Αλίκη Βουγιουκλάκη θα γινόταν σήμερα 88 χρονών

 
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη θα γινόταν σήμερα 88 χρονών

Ενημερώθηκε: 20/07/22 - 14:58

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη θα γινόταν σήμερα 88 χρονών αλλά έφυγε νωρίς νικημένη από τον καρκίνο.

Η εθνική μας σταρ έφυγε στα 62 της χωρίς να προλάβει να δώσει μάχη για τη ζωή της. «Όσα χρόνια και να μου προσθέτουνε οι διάφοροι καλοθελητές, εγώ μπορώ και τα μεταμορφώνω σε νιάτα.

Ακόμα και τα χρόνια που δεν είναι δικά μου, αλλά ξένα, δικά τους, ανύπαρκτα», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της.

Η Αλίκη-Σταματίνα Βουγιουκλάκη γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1934 στο Μαρούσι Αττικής από τον Ιωάννη Βουγιουκλάκη, δικηγόρο και πρώην Νομάρχη Αρκαδίας (8/1941-6/1943) και την Αιμιλία Κουμουνδούρου. Οι γονείς της παντρεύτηκαν στις 22 Οκτωβρίου 1933 και εννέα μήνες αργότερα γεννιέται η ίδια.

Κατάγεται από το χωριό Λάγια της Μάνης. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής ο πατέρας της ήταν νομάρχης, διορισμένος από την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου και δολοφονήθηκε το 1943 από μέλη του ΕΛΑΣ.

Ο θάνατος του πατέρα της της στοίχισε πολύ, δεν είχε πλέον την πατρική στοργή και η μητέρα της ανέλαβε μόνη της υπό αντίξοες συνθήκες να μεγαλώσει τα τρία παιδιά, την Αλίκη, τον Αντώνη και τον Τάκη.

Έκανε το θεατρικό της ντεμπούτο το 1953, ενώ ήταν δευτεροετής μαθήτρια της Δραματικής του Εθνικού, ενώ τον επόμενο χρόνο πραγματοποίησε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο.

Πρωταγωνίστησε σε 42 κινηματογραφικές ταινίες, μεταξύ των οποίων και ορισμένες διεθνείς παραγωγές, οι περισσότερες των οποίων έγιναν τεράστιες εισπρακτικές επιτυχίες και κατάφεραν να εκτινάξουν την καριέρα της στα ύψη και να της αποδοθεί ο χαρακτηρισμός της «Εθνικής Σταρ».

Το 1952 έδωσε κρυφά από την οικογένειά της εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια μετά με Λίαν Καλώς,  χάνοντας το Αριστείο λόγω της αυστηρής βαθμολόγησης του Δημήτρη Χορν.

Προτού ακόμη αποφοιτήσει από τη Σχολή ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της στο θέατρο. Στον πρώτο της θεατρικό ρόλο υποδύθηκε τη Λουιζόν στο έργο Ο κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου το 1953, ενώ η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε στην ταινία Το ποντικάκι το 1954.


Κατά τη διάρκεια της φοίτησής της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου συμμετείχε χωρίς επίσημη άδεια της Σχολής στην παράσταση Ρωμαίος και Ιουλιέτα, όπου κλήθηκε να αντικαταστήσει εκτάκτως την Άννα Συνοδινού, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

Ωστόσο, λόγω του ότι φοιτούσε ακόμη συζητήθηκε από τον σύλλογο των διδασκόντων της Σχολής η περίπτωση της αποπομπής της.

Ο Καρθαίος είχε ισχυρισθεί πως δέχθηκε την επίσκεψη της θείας του Νίκου Χατζίσκου και του ζήτησε να επιτρέψει ως διευθυντής της Σχολής να παίξει η Βουγιουκλάκη στις παραστάσεις του Εθνικού Κήπου. Ο διευθυντής είπε πως ο κανονισμός της Σχολής δεν το επέτρεπε, κάτι που δεν διαβιβάστηκε σωστά στη Βουγιουκλάκη, η οποία παραπλανήθηκε και χωρίς να αντιμετωπίσει το ζήτημα υπεύθυνα, συμμετείχε στις παραστάσεις.

Η Βουγιουκλάκη αιτήθηκε συγχώρεσης από το συμβούλιο των καθηγητών, επικαλούμενη πως και στο παρελθόν είχε αρνηθεί πρόταση συμμετοχής της σε παράσταση του θιάσου της Κοτοπούλη. Τελικά ο Καρθαίος πρότεινε την επιεική κρίση της, κάτι στο οποίο συμφώνησε και ο Ροντήρης. Σύντομα καθιερώθηκε στο χώρο και λόγω της εξαιρετικής δημοτικότητας που απέκτησε στο ευρύ κοινό ονομάστηκε (αρχικά από τον Φιλοποίμενα Φίνο) «Εθνική Σταρ» της Ελλάδας.

Το 1960 κέρδισε το βραβείο ερμηνείας Α’ γυναικείου ρόλου στο 1ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στην ταινία Μανταλένα, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, ενώ η ίδια ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο διεθνές κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, όπου άφησε πάρα πολύ καλές εντυπώσεις.

Στο ίδιο φεστιβάλ βραβεύτηκε στο αναδρομικό αφιέρωμα (ρετροσπεκτίβα) η ταινία του 1959 Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, όπου επίσης πρωταγωνιστούσε η Αλίκη.

Το 1961 η Αλίκη Βουγιουκλάκη συγκρότησε τον δικό της θίασο, με τον οποίο ανέβασε εκείνο τον χειμώνα το έργο Ωραία μου κυρία, ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη. Το 1962 ανέβασε το Καίσαρ και Κλεοπάτρα του Μπέρναρντ Σω με γνωστούς συμπρωταγωνιστές και μουσική επιμέλεια του Μάνου Χατζιδάκι,

Εντούτοις η παράσταση δεν πήγε καλά επηρεασμένη από δυσμενείς κριτικές στον τύπο και κατέβηκε πολύ σύντομα. Ακολούθησαν με μεγαλύτερη επιτυχία τα έργα Χτυποκάρδια στο θρανίο το 1962 (η πασίγνωστη κινηματογραφική μεταφορά έγινε το 1963), Περάστε την πρώτη του μηνός το 1963 κ.ά.

Το 1963 θέλοντας να δώσει διεθνή ώθηση στην καριέρα της πρωταγωνίστησε με Βρετανούς συμπρωταγωνιστές στην αγγλόφωνη ταινία Aliki my love (στην Ελλάδα προβλήθηκε το 1964 ως “Αλίκη”), η οποία όμως δεν είχε την προσδοκώμενη επιτυχία. Αργότερα γνωρίστηκε με τον Φιλοποίμενα Φίνο και άρχισε μια μόνιμη συνεργασία με την εταιρία του, τη Φίνος Φιλμ.

Μαζί έκαναν μερικές από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου, ανάμεσά τους τις ταινίες: Αστέρω, Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, Μανταλένα, Το κλωτσοσκούφι, Η Αλίκη στο ναυτικό, Η Λίζα και η άλλη, Η ψεύτρα, Το δόλωμα, Η αρχόντισσα κι ο αλήτης, Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, Η νεράιδα και το παλικάρι, Υπολοχαγός Νατάσσα, Η κόρη του ήλιου, Η Μαρία της Σιωπής, Ένα αστείο κορίτσι, Σ΄αγαπώ κ.ά. Επιπλέον, πρωταγωνίστησε σε δημοφιλείς ταινίες άλλων εταιρειών όπως: Μοντέρνα Σταχτοπούτα, Η Σωφερίνα, Χτυποκάρδια στο θρανίο, Το πιο λαμπρό αστέρι, Η κόρη μου η σοσιαλίστρια, Αχ! Αυτή η γυναίκα μου, Διπλοπενιές κ.α.

Οι κινηματογραφικοί της ρόλοι άλλοτε της χαριτωμένης σκανδαλιάρας μαθήτριας, άλλοτε του πλουσιοκόριτσου που επαναστατεί εναντίον του πλούσιου πατέρα της, άλλοτε της φτωχής και ασήμαντης κοπέλας που καταφέρνει να ανέβει κοινωνικά, να επιτύχει και να δοξαστεί, είχαν και συνεχίζουν να έχουν μεγάλη απήχηση στο κοινό, εξασφαλίζοντας στην ηθοποιό σπάνια δημοτικότητα ενώ η ταινία Υπολοχαγός Νατάσα ήταν η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου για τρεις δεκαετίες, με τις δύο επόμενες εισπρακτικές κινηματογραφικές επιτυχίες να ανήκουν επίσης στην Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Η σημαντική εμπορική κάμψη που σημείωσε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο ελληνικός κινηματογράφος ώθησε την Αλίκη να ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με το θέατρο, ανεβάζοντας συνολικά πάνω από 53 θεατρικές παραστάσεις.


Το 1975 άλλαξε τον μέχρι τότε τρόπο ανεβάσματος των μιούζικαλ, φέρνοντας στην Ελλάδα τα μιούζικαλ-υπερπαραγωγή, με το έργο του Νιλ Σάιμον Καμπίρια. Ανέβασε επίσης με τεράστια επιτυχία και άλλα έργα του είδους, όπως τα Καμπαρέ, Ωραία μου κυρία, Εύθυμη Χήρα, Άννυ, Εβίτα, Βίκτωρ-Βικτώρια και τελευταίο το μιούζικαλ Η μελωδία της ευτυχίας.


Ο Αλέξης Σολωμός, δάσκαλος της στη Δραματική Σχολή, υπήρξε ο πρώτος της μεγάλος έρωτας.

Γύρω στα 1960, έζησε ένα κρυφό ειδύλλιο με τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο. Στις 18 Ιανουαρίου 1965 παντρεύτηκε τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, συμφοιτητή της στην Δραματική Σχολή, ο οποίος -όπως η ίδια εξομολογήθηκε αργότερα- ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της. Κουμπάροι ήταν ο Βίκτωρ Μιχαηλίδης, ο Θεοφάνης Δαμασκηνός και ο Δημήτρης Μακρίδης. Το γλέντι που ακολούθησε άφησε εποχή.

Οι δυο τους πρωταγωνίστησαν σε πολλά κινηματογραφικά και θεατρικά έργα, από τα πιο εμπορικά και πετυχημένα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Στις 4 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε ο γιος τους, Γιάννης. Στις 5 Ιουλίου 1975 οι δύο ηθοποιοί πήραν διαζύγιο λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων.

Η Αλίκη έκανε έναν δεύτερο γάμο, παντρεύτηκε έπειτα από πέντε χρόνια σχέσης τον Κύπριο επιχειρηματία Γιώργο Ηλιάδη στις 25 Ιανουαρίου 1982, ωστόσο ο γάμος αυτός δεν κράτησε πολύ κι έμεινε μυστικός ακόμα και χρόνια μετά τη λήξη του.

Ο γάμος τελέστηκε στο παρεκκλήσι του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών και το αποκάλυψε το 1993 η ίδια σε συνέντευξή της στον Νίκο Χατζηνικολάου στην τηλεοπτική εκπομπή Ενώπιος Ενωπίω. Στην παράσταση Εβίτα την περίοδο 1981-1982 γνώρισε τον Βλάσση Μπονάτσο, η σχέση με τον οποίο διήρκεσε από τον Απρίλιο του 1982 μέχρι το Δεκέμβριο του 1987, σύμφωνα με τα περιοδικά της εποχής. Τελευταίος σύντροφος της ζωής της για οκτώ χρόνια (1988-1996) ήταν ο ηθοποιός Κώστας Σπυρόπουλος

Πηγή: Espresso

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ