Σε νέα φάση έντασης εισέρχονται οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ουκρανίας, με αφορμή τους περιορισμούς στη λειτουργία του δορυφορικού συστήματος Starshield, που χρησιμοποιούν οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, και τη διαφωνία για τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια. Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, οι κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ συνδέονται με την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η αντιπαράθεση κλιμακώνεται καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, ενώ ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιμένει ότι η Ουκρανία πρέπει να διατηρήσει τη δυνατότητα να πλήττει τις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας.
Σε συνέντευξή του την Πέμπτη (15 Οκτωβρίου), ο Τραμπ εξαπέλυσε νέα επίθεση κατά του Ουκρανού προέδρου.
«Δεν είμαι μεγάλος θαυμαστής του Ζελένσκι. Έχει καταστρέψει τη χώρα. Τον βρίσκω πιο δύσκολο να τον αντιμετωπίσεις παρά τον Πούτιν», δήλωσε.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ και οι πιέσεις προς το Κίεβο
Η πρόσφατη κρίση στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Κιέβου ξεκίνησε μετά την ανακοίνωση του Τραμπ για συμφωνία αγοράς ρωσικού ντίζελ, η οποία προβλέπει παράκαμψη των σχετικών κυρώσεων.
Σύμφωνα με το CNN, η αμερικανική κυβέρνηση προειδοποίησε στη συνέχεια την Ουκρανία ότι θα μπορούσε να περιορίσει την ανταλλαγή στρατιωτικών πληροφοριών και να εμποδίσει τις ευρωπαϊκές αγορές αμερικανικών όπλων, εάν το Κίεβο δεν σταματούσε τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια.
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι τα ουκρανικά πλήγματα στις ενεργειακές εγκαταστάσεις της Ρωσίας συμβάλλουν στην αύξηση των διεθνών τιμών των καυσίμων.
Υπό το βάρος των αντιδράσεων, ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός για τις ενεργειακές υποδομές, αφήνοντας ωστόσο αργότερα να εννοηθεί ότι οι δύο εμπόλεμες πλευρές δεν είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων.
Ζελένσκι: Συνεχίζονται τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ουκρανία τήρησε αρχικά την ανακοινωθείσα αναστολή των επιθέσεων, ενώ η Ρωσία εξαπέλυσε νέους βομβαρδισμούς εναντίον ουκρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Οι επιθέσεις αυτές, κατά τις ίδιες πληροφορίες, προκάλεσαν εκτεταμένες διακοπές ηλεκτροδότησης, αφήνοντας περίπου 600.000 ανθρώπους χωρίς ρεύμα.
Ο Ζελένσκι δήλωσε επίσης ότι η κυβέρνησή του δεν έλαβε τη συνήθη έγκαιρη αμερικανική προειδοποίηση για επικείμενη ρωσική επίθεση με βαλλιστικούς πυραύλους.
Την Πέμπτη ανακοίνωσε την επανέναρξη των ουκρανικών επιθέσεων σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν μέσο άσκησης πίεσης προς τη Μόσχα.
Παράλληλα, εξέφρασε την ανησυχία ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να προχωρήσουν σε νέες οικονομικές συμφωνίες με τη Ρωσία, πιθανώς και στον τομέα του φυσικού αερίου.
Μυστήριο με τους περιορισμούς στο Starshield
Νέο σημείο αντιπαράθεσης αποτελεί η επιβράδυνση του Starshield, της στρατιωτικής υπηρεσίας δορυφορικών επικοινωνιών της SpaceX, που συνδέεται τεχνολογικά με το Starlink του Ίλον Μασκ.
Σύμφωνα με το CNN, οι περιορισμοί στη μετάδοση δεδομένων επηρέασαν τις επικοινωνίες και τη λειτουργία ουκρανικών στρατιωτικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι οι δυσλειτουργίες περιόρισαν την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των ουκρανικών δυνάμεων, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στο πεδίο της μάχης.
Ωστόσο, παραμένει ασαφές ποιος έδωσε την εντολή για τους περιορισμούς.
Ο Ίλον Μασκ υποστήριξε σε ανάρτησή του στο X ότι «οποιαδήποτε όρια στην ταχύτητα ή τη χρήση αποφασίζονται από τον αμερικανικό στρατό και τελικά από τον Πρόεδρο».
Αντίθετα, δύο ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ανώνυμα στο CNN ότι η εντολή δεν προήλθε από τον Τραμπ.
Το Reuters, επικαλούμενο δύο Αμερικανούς αξιωματούχους και έναν Δυτικό αξιωματούχο που είχε ενημερωθεί για το θέμα, μετέδωσε ότι η απόφαση για τον περιορισμό του συστήματος προήλθε από τον Λευκό Οίκο.
Οι αντικρουόμενες πληροφορίες δεν επιτρέπουν, προς το παρόν, να αποσαφηνιστεί ποιος αποφάσισε την επιβολή των περιορισμών.
Η ενεργειακή κρίση και οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ
Το CNN συνδέει τη στάση της κυβέρνησης Τραμπ με τις πολιτικές πιέσεις που προκαλεί η άνοδος των τιμών της ενέργειας, ενόψει των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών.
Η αύξηση του κόστους των καυσίμων, την οποία επιτείνει ο πόλεμος στο Ιράν, αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για την αμερικανική κυβέρνηση.
Επικριτές του Τραμπ υποστηρίζουν ότι η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά έσοδα στη Μόσχα, χωρίς να επιφέρει αντίστοιχη ουσιαστική μείωση των τιμών στις ΗΠΑ.
Η συζήτηση αποκτά πρόσθετη διάσταση καθώς, σύμφωνα με το CNN, η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι η Ρωσία παρείχε στο Ιράν πληροφορίες για τις θέσεις αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Παράλληλα, δυτικές υπηρεσίες ασφαλείας εξακολουθούν να κατηγορούν τη Μόσχα για επιχειρήσεις δολιοφθοράς και υβριδικού πολέμου εναντίον χωρών του ΝΑΤΟ.
Ο επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας MI5 προειδοποίησε αυτή την εβδομάδα ότι η Ρωσία αποτελεί τη σημαντικότερη απειλή στο πλαίσιο τέτοιων επιχειρήσεων εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου και των συμμάχων του.
«Ο Τραμπ βάζει την εκλογική του επιβίωση πάνω από την ασφάλεια των Ουκρανών»
Μιλώντας στο CNN, ο Τομ Κίτινγκ, διευθυντής του Κέντρου Οικονομικών και Ασφάλειας του βρετανικού Royal United Services Institute (RUSI), άσκησε έντονη κριτική στον Αμερικανό πρόεδρο.
«Ο Ντόναλντ Τραμπ βάζει την εκλογική του επιβίωση πάνω από την ασφάλεια, την προστασία και τις ζωές του ουκρανικού λαού», υποστήριξε.
Κατά τον ίδιο, η συγκεκριμένη στάση δεν πρέπει να αγνοηθεί από τους ψηφοφόρους και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η νέα ένταση αναδεικνύει την εξάρτηση της Ουκρανίας από την αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία και υποστήριξη, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργειακές προτεραιότητες της Ουάσινγκτον και οι στρατιωτικοί στόχοι του Κιέβου εμφανίζονται ολοένα και δυσκολότερο να συμβιβαστούν.