Διαφορετικές προτεραιότητες φαίνεται να έχουν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν όσον αφορά τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, σύμφωνα με ανάλυση του CNN. Ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία και ως ευκαιρία για οικονομική συνεργασία με τη Ρωσία, το Κρεμλίνο εξακολουθεί να επιμένει στους βασικούς πολεμικούς του στόχους, χωρίς να εμφανίζεται διατεθειμένο να προχωρήσει στις υποχωρήσεις που θα απαιτούσε ένας συμβιβασμός.
Όπως επισημαίνει το αμερικανικό δίκτυο, η διαφορετική αντίληψη των δύο ηγετών αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να μεσολαβήσει για τον τερματισμό των εχθροπραξιών δεν έχουν αποδώσει μέχρι στιγμής.
Για τον Τραμπ, μια συμφωνία θα μπορούσε να σταματήσει την αιματοχυσία, αλλά και να δημιουργήσει σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες, μέσω της άρσης κυρώσεων και της ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων με τη Μόσχα.
Αντίθετα, σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, ο Πούτιν φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Ρωσίας στην Ουκρανία, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται παράταση του πολέμου και απώλεια πιθανών οικονομικών ωφελειών.
Η συνάντηση Πούτιν – Γουίτκοφ στην Αγία Πετρούπολη
Η διάσταση ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις αναδείχθηκε εκ νέου κατά τη συνάντηση του Ρώσου προέδρου με τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, στην Αγία Πετρούπολη.
Ο Πούτιν δήλωσε ότι ενδιαφερόταν να πληροφορηθεί τα αποτελέσματα των συνομιλιών που είχαν προηγηθεί στη Νορβηγία, όπου Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ είχαν συναντηθεί με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων είχαν βρεθεί νέες πιθανές προτάσεις για τον τερματισμό του πολέμου, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών κινήτρων προς τη Μόσχα.
Μετά τη συνάντηση, σύμβουλος του Κρεμλίνου επιβεβαίωσε ότι ο Γουίτκοφ ενημέρωσε τον Πούτιν για τις συνομιλίες, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι οι προτάσεις περιείχαν «ελάχιστα στοιχεία ουσιαστικής αξίας για την επίλυση της ουκρανικής κρίσης».
Η αντίδραση αυτή, σύμφωνα με το CNN, επιβεβαιώνει ότι η ρωσική ηγεσία δεν θεωρεί τα οικονομικά ανταλλάγματα επαρκή λόγο για να μεταβάλει τις βασικές απαιτήσεις της.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο έλεγχος ολόκληρης της περιοχής του Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία, και η εξασφάλιση ρωσικού λόγου στις μελλοντικές ρυθμίσεις ασφαλείας του Κιέβου.
Οι οικονομικές προτάσεις και το ρωσικό ντίζελ
Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να επενδύει στην προοπτική οικονομικής συνεργασίας ως μέσο για την επίτευξη μιας συμφωνίας.
Σύμφωνα με το CNN, η πρόσφατη απόφαση του Αμερικανού προέδρου να άρει περιορισμούς στις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ αποσκοπούσε στη μείωση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Παράλληλα, η κίνηση αυτή θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη στη Ρωσία.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε επίσης την προοπτική ενεργειακής εκεχειρίας, η οποία όμως δεν υλοποιήθηκε. Μια τέτοια συμφωνία θα περιόριζε, μεταξύ άλλων, τις ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων.
Ωστόσο, κατά την εκτίμηση του CNN, η Μόσχα δεν αντιμετωπίζει αυτές τις κινήσεις ως λόγο για να υποχωρήσει, αλλά ως ένδειξη ότι η προσέγγισή της απέναντι στην Ουάσινγκτον αποδίδει.
Λιπάσματα, ενέργεια και κέντρα δεδομένων στις συζητήσεις
Κατά τη διάρκεια των τρίωρων συνομιλιών στην Αγία Πετρούπολη, η ρωσική πλευρά παρουσίασε νέες δυνατότητες οικονομικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Πούτιν αναφέρθηκε θετικά στη συμφωνία για το ντίζελ και έθεσε την προοπτική αύξησης των ρωσικών εξαγωγών λιπασμάτων προς την αμερικανική αγορά.
Ο Κιρίλ Ντμίτριεφ, επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου και βασικός συνομιλητής του Κρεμλίνου με την κυβέρνηση Τραμπ, επιβεβαίωσε ότι συζητήθηκαν και άλλοι τομείς συνεργασίας.
«Συζητάμε επίσης διάφορα σχέδια, όπως κέντρα δεδομένων, έργα στον τομέα της ενέργειας και ενεργειακή συνεργασία», δήλωσε μετά τη συνάντηση.
Σύμφωνα με την ανάλυση του αμερικανικού δικτύου, η Μόσχα αξιοποιεί την προοπτική τέτοιων συμφωνιών για να διατηρεί ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο, χωρίς να μεταβάλλει ουσιαστικά τη θέση της για την Ουκρανία.
Η απελευθέρωση Αμερικανού κρατουμένου και οι αντιδράσεις
Στο ίδιο πλαίσιο, το CNN εντάσσει και την απελευθέρωση του 74χρονου Αμερικανού πολίτη Στίβεν Χάμπαρντ, λίγο πριν από τη συνάντηση Πούτιν – Γουίτκοφ.
Ο Χάμπαρντ, με καταγωγή από το Μίσιγκαν, κρατούνταν στη Ρωσία μετά τη σύλληψή του στην Ουκρανία το 2022 και, σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται το δημοσίευμα, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας κατά την κράτησή του.
Ο Γουίτκοφ παρουσίασε την απελευθέρωσή του ως ανθρωπιστική ενέργεια του Ρώσου προέδρου.
Από την πλευρά του, ο Λευκός Οίκος την πρόβαλε ως αποτέλεσμα της διαπραγματευτικής ικανότητας του Τραμπ.
Σε δήλωση που αναρτήθηκε στην πλατφόρμα Truth Social αναφερόταν ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάστηκε να προσφέρουν αντάλλαγμα, κάτι που αποδόθηκε στον σεβασμό του Πούτιν προς τον Αμερικανό πρόεδρο.
Το CNN εκτιμά, ωστόσο, ότι η ρωσική ηγεσία ενδέχεται να αντιμετωπίζει τέτοιες κινήσεις περισσότερο ως διπλωματικά εργαλεία παρά ως ένδειξη πρόθεσης για ουσιαστικές παραχωρήσεις στο ουκρανικό ζήτημα.
BBC: Γιατί ο Πούτιν δεν φαίνεται να βιάζεται για συμφωνία
Ανάλογους προβληματισμούς καταγράφει και το BBC, εκτιμώντας ότι ο Ρώσος πρόεδρος δεν αισθάνεται αυτή τη στιγμή ιδιαίτερη πίεση να τερματίσει τον πόλεμο.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η πίεση που δέχεται η ουκρανική αεράμυνα, σε συνδυασμό με την προσέγγιση του χειμώνα, ενδέχεται να ενισχύει την εκτίμηση της Μόσχας ότι μπορεί να επιτύχει περαιτέρω στρατιωτικά αποτελέσματα.
Παράλληλα, ο Πούτιν γνωρίζει ότι ο Τραμπ επιθυμεί στενότερες και οικονομικά επωφελείς σχέσεις με τη Ρωσία.
Το BBC συνδέει την κατάσταση αυτή με τις πρόσφατες κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, όπως η αναστολή ορισμένων κυρώσεων, η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ και η δημόσια κριτική του Τραμπ προς τον Ζελένσκι.
Από τη ρωσική πλευρά, ο βουλευτής και τηλεοπτικός παρουσιαστής Γεβγκένι Ποπόφ δήλωσε ότι «αυτή τη στιγμή, ο Τραμπ είναι ο μόνος ηγέτης στον δυτικό κόσμο που κάνει κάτι για την ειρήνη».
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του CNN είναι ότι η επιθυμία του Αμερικανού προέδρου για μια συμφωνία δεν αρκεί από μόνη της για τον τερματισμό του πολέμου. Όσο η Μόσχα θεωρεί ότι μπορεί να επιτύχει τους στόχους της χωρίς ουσιαστικές υποχωρήσεις, οι οικονομικές προσφορές της Ουάσινγκτον δεν φαίνεται να μεταβάλλουν αποφασιστικά τις ρωσικές θέσεις.