«Δύο πράγματα έχουν πραγματική σημασία στην πολιτική: Το πρώτο είναι το χρήμα και το δεύτερο δεν μπορώ να το θυμηθώ». Η ιστορική αυτή ατάκα του Αμερικανού γερουσιαστή Μαρκ Χάνα από το μακρινό 1895 παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Οι πολιτικές εκστρατείες στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν ανέκαθεν μια εξαιρετικά δαπανηρή υπόθεση, όμως τα ποσά που διακινούνται πλέον αγγίζουν επίπεδα που προκαλούν δέος. Μετά το ρεκόρ των 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις προεδρικές εκλογές του 2024, οι ενδιάμεσες κάλπες του 2026 εξελίσσονται στον πιο ακριβό εκλογικό «πόλεμο» της ιστορίας.
Η παρακολούθηση αυτού του παγκόσμιου ρεκόρ δαπανών θυμίζει λαβύρινθο, εξαιτίας ενός εξαιρετικά πολύπλοκου θεσμικού πλαισίου. Παρότι ο νόμος του 1971 επί Νίξον προσπάθησε να βάλει κανόνες διαφάνειας και όρια στις δωρεές, η απόφαση-σταθμός του Ανώτατου Δικαστηρίου το 2010 (Citizens United) ανέτρεψε τα πάντα.
Κρίνοντας ότι οι πολιτικές δαπάνες αποτελούν μορφή ελεύθερης έκφρασης, το δικαστήριο άνοιξε τον ασκό του Αιόλου: ενώ τα όρια στις απευθείας δωρεές προς έναν υποψήφιο παραμένουν αυστηρά, οι δαπάνες από ανεξάρτητες τρίτες οργανώσεις δεν έχουν πλέον κανέναν απολύτως περιορισμό.
Πώς διακινούνται τα δισεκατομμύρια
Για να αντιληφθεί κανείς πώς τροφοδοτείται αυτή η τεράστια μηχανή, πρέπει να αποκωδικοποιήσει τους διαύλους της πολιτικής χρηματοδότησης. Οι απευθείας ατομικές εισφορές επιτρέπουν σε ιδιώτες να προσφέρουν έως 3.500 δολάρια ανά αναμέτρηση σε έναν υποψήφιο. Παράλληλα, τα παραδοσιακά PACs (Πολιτικές Επιτροπές Δράσης) που εκπροσωπούν συνδικάτα ή επιχειρήσεις μπορούν να ενισχύουν εγκεκριμένους υποψηφίους με έως 5.000 δολάρια.
Ωστόσο, οι πραγματικοί «γίγαντες» του συστήματος είναι τα Super PACs. Αυτές οι οργανώσεις μπορούν να συγκεντρώνουν και να δαπανούν απεριόριστα κεφάλαια από δισεκατομμυριούχους και πολυεθνικές για διαφημιστικές εκστρατείες, υπό τον μοναδικό νομικό όρο να μην συντονίζονται απευθείας με το επίσημο επιτελείο του υποψηφίου.
Την κατάσταση επιβαρύνουν οι λεγόμενες οργανώσεις «σκοτεινού χρήματος» [501(c)(4)], οι οποίες, ως μη κερδοσκοπικές, δεν υποχρεούνται να αποκαλύπτουν τους δωρητές τους, διοχετεύοντας ανώνυμα τεράστια ποσά στα Super PACs.
Επιπλέον, οι Επιτροπές Κοινής Συγκέντρωσης Κεφαλαίων επιτρέπουν σε ισχυρούς δωρητές να υπογράφουν επιταγές εκατομμυρίων που στη συνέχεια μοιράζονται νόμιμα στα επιμέρους κομματικά όργανα, ενώ οι ίδιοι οι υποψήφιοι διατηρούν το δικαίωμα της ατελείωτης αυτοχρηματοδότησης.
Πάντως, η εμπειρία δείχνει ότι όποιος πλούσιος υποψήφιος βασίστηκε αποκλειστικά στη δική του περιουσία συνήθως απέτυχε, καθώς η προσέλκυση εξωτερικών χορηγών θεωρείται το πραγματικό τεκμήριο πολιτικής δυναμικής.
Η απόβαση της Silicon Valley και το «πάγωμα» των Δημοκρατικών
Μέχρι στιγμής, περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια δολάρια έχουν διοχετευθεί μόνο σε τηλεοπτικές και ψηφιακές διαφημίσεις για τις ενδιάμεσες εκλογές. Μάλιστα, η συνεισφορά μόλις 20 μέγα-δωρητών αντιπροσωπεύει το 12% των συνολικών κεφαλαίων που συγκεντρώθηκαν πανεθνικά. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των μεγιστάνων —οι 14 από τους 20— στηρίζει ανοιχτά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Η ρεπουμπλικανική υπεροχή στους μεγαλοδωρητές ενισχύεται από ένα νέο κύμα πολιτικού χρήματος που εισρέει από την τεχνητή νοημοσύνη, τα κρυπτονομίσματα και το διαδικτυακό στοίχημα. Ο Ίλον Μασκ έχει διοχετεύσει περίπου 366 εκατομμύρια δολάρια στους Ρεπουμπλικανούς, ενώ ηγετικές φυσιογνωμίες της Silicon Valley, όπως ο συνιδρυτής της OpenAI, Γκρεγκ Μπρόκμαν, και οι αδελφοί Βίνκελβος, έχουν προσφέρει δεκάδες εκατομμύρια σε φιλο-ρεπουμπλικανικά Super PACs.
Στον αντίποδα, το Δημοκρατικό Κόμμα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή «στάση πληρωμών» προς τα κεντρικά του ταμεία. Παραδοσιακοί χρηματοδότες, όπως ο Τζορτζ Σόρος και ο Ρέιντ Χόφμαν, επέλεξαν να μην προσφέρουν ούτε ένα δολάριο στην Κεντρική Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών (DNC).
Η αποχή αυτή πηγάζει από το μετεκλογικό τραύμα της ήττας του 2024, τις καταγγελίες για κακοδιαχείριση της τότε καμπάνιας, αλλά και την επιφυλακτικότητα απέναντι στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος.
Η παράκαμψη των κομμάτων και το παράδοξο των υποψηφίων
Αντί να εμπιστευτούν τους κομματικούς μηχανισμούς, οι μεγάλοι χορηγοί των Δημοκρατικών επιλέγουν πλέον να παρακάμπτουν το κόμμα και να χρηματοδοτούν απευθείας μεμονωμένους υποψηφίους ή στοχευμένα Super PACs.
Ο Ρέιντ Χόφμαν, για παράδειγμα, διοχέτευσε 11,5 εκατομμύρια δολάρια αποκλειστικά στην εκστρατεία του Δημοκρατικού Τζέιμς Ταλαρίκο στο Τέξας, ενώ ο Μάικλ Μπλούμπεργκ ενίσχυσε Super PAC για συγκεκριμένη περιφέρεια της Βουλής.
Αυτή η τακτική δημιουργεί ένα αξιοσημείωτο παράδοξο: ενώ οι Ρεπουμπλικανοί κυριαρχούν στα συνολικά κονδύλια των Super PACs, οι Δημοκρατικοί σαρώνουν στις ατομικές συγκεντρώσεις κεφαλαίων των ίδιων των υποψηφίων. Από τους δέκα υποψηφίους με τα υψηλότερα ταμεία σε όλη τη χώρα, οι εννέα ανήκουν στο Δημοκρατικό Κόμμα —με τον Τζον Όσοφ στη Τζόρτζια να οδηγεί την κούρσα με 77,3 εκατομμύρια δολάρια.
Παράλληλα, στις επτά πιο κρίσιμες πολιτείες που θα κρίνουν τον έλεγχο της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί διαθέτουν διπλάσια ταμειακά διαθέσιμα από τους αντιπάλους τους.
Αγοράζουν τα εκατομμύρια την ετυμηγορία της κάλπης;
Τα νούμερα που δαπανώνται προκαλούν ζάλη —μόνο ένα ρεπουμπλικανικό Super PAC, το Senate Leadership Fund, προγραμματίζει διαφημίσεις ύψους 310 εκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, οι πολιτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι το χρήμα δεν εγγυάται τη νίκη.
Σύμφωνα με ακαδημαϊκές μελέτες, η άφθονη χρηματοδότηση είναι καθοριστική μόνο στα πρώτα στάδια μιας εκστρατείας, καθώς προσελκύει τα φώτα των δημοσιογράφων, χτίζει το προφίλ του υποψηφίου και αποθαρρύνει επίδοξους διεκδικητές. Όσο όμως πλησιάζει η ημέρα των εκλογών, η επίδραση των επιπλέον εκατομμυρίων φθίνει εντυπωσιακά.
Όταν οι ψηφοφόροι έχουν πλέον σχηματίσει άποψη, οι ασταμάτητες τηλεοπτικές διαφημίσεις ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν το τελικό αποτέλεσμα —όπως απέδειξε η αποτυχία του δισεκατομμυριούχου Τομ Στέγιερ στην Καλιφόρνια, ο οποίος έχασε το χρίσμα παρά τα 200 εκατομμύρια που ξόδεψε από την τσέπη του.
Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 επιβεβαιώνουν ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα παραμένει το πιο ακριβό στον πλανήτη. Τα δισεκατομμύρια των μεγιστάνων και των τεχνολογικών κολοσσών αγοράζουν τηλεοπτικό χρόνο και ψηφιακή παρουσία, όμως την τελευταία λέξη τη διατηρούν οι πολίτες.
Και σε μια συγκυρία όπου η δημοτικότητα του Αμερικανού Προέδρου σημειώνει κατακόρυφη πτώση, ο ορθός χορός των δολαρίων ίσως να μην αποδειχθεί αρκετός για να κρίνει το αποτέλεσμα.