Η Χεζμπολάχ παραδέχθηκε την Πέμπτη (15/10) ότι της ανήκει φορτίο 500 κιλών εκρηκτικών που κατασχέθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τις αρχές του Λιβάνου, υποστηρίζοντας ότι προοριζόταν για επιχειρήσεις εναντίον του Ισραήλ. Η δημόσια παραδοχή έρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενης αντιπαράθεσης μεταξύ της οργάνωσης και της λιβανέζικης κυβέρνησης για τον αφοπλισμό της και την υπαγωγή όλων των όπλων στον έλεγχο του κράτους.
Ο βουλευτής της Χεζμπολάχ, Χασάν Φαντλάλα, δήλωσε στους δημοσιογράφους στο κοινοβούλιο του Λιβάνου ότι το όχημα που ακινητοποιήθηκε από τις αρχές, καθώς και το φορτίο του, ανήκουν στην οργάνωση.
«Το όχημα και το φορτίο ανήκουν στην αντίσταση», ανέφερε, χρησιμοποιώντας τον όρο με τον οποίο η Χεζμπολάχ περιγράφει τη στρατιωτική δράση της εναντίον του Ισραήλ.
Παράλληλα, ζήτησε την άμεση απελευθέρωση των δύο συλληφθέντων, καθώς και την επιστροφή του οχήματος και των εκρηκτικών.
Πού εντοπίστηκαν τα 500 κιλά εκρηκτικών
Το φορτίο κατασχέθηκε σε σημείο ελέγχου στον οδικό άξονα που συνδέει τη Βηρυτό με την κοιλάδα Μπεκάα, στο ανατολικό τμήμα του Λιβάνου, κοντά στα σύνορα με τη Συρία.
Σύμφωνα με δικαστικές πηγές που επικαλούνται διεθνή μέσα ενημέρωσης, το όχημα μετέφερε:
- 250 κιλά TNT
- 250 κιλά πλαστικής εκρηκτικής ύλης C-4
Οι δύο άνδρες που επέβαιναν στο όχημα συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση.
Οι λιβανέζικες αρχές διερευνούν τις συνθήκες της μεταφοράς και αναζητούν επιπλέον πρόσωπα που ενδέχεται να εμπλέκονται στην υπόθεση.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, αξιωματούχος της Χεζμπολάχ και πηγή των υπηρεσιών ασφαλείας ανέφεραν ότι τα εκρηκτικά προορίζονταν για την κατασκευή μη επανδρωμένων αεροσκαφών με εκρηκτικό φορτίο, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν εναντίον ισραηλινών στρατευμάτων.
Η κυβέρνηση προειδοποιεί για τον παράνομο οπλισμό
Ο πρωθυπουργός του Λιβάνου, Ναουάφ Σαλάμ, είχε προειδοποιήσει ότι οι αρχές θα αναζητήσουν τόσο τους εμπλεκόμενους στη μεταφορά των εκρηκτικών όσο και εκείνους που έδωσαν τις σχετικές εντολές.
Υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ανεχθεί την κατοχή, μεταφορά ή χρήση όπλων εκτός του ελέγχου των κρατικών αρχών.
Ο Σαλάμ αναφέρθηκε επίσης στους κινδύνους που συνδέονται με την εκρηκτική ύλη C-4, επισημαίνοντας ότι έχει χρησιμοποιηθεί σε πολιτικές δολοφονίες στη σύγχρονη ιστορία της χώρας.
Η αναφορά αυτή συνδέεται και με τη δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι στις 14 Φεβρουαρίου 2005, όταν ισχυρή έκρηξη στη Βηρυτό σκότωσε τον ίδιο και ακόμη 20 ανθρώπους.
Για την υπόθεση είχαν καταδικαστεί μέλη της Χεζμπολάχ από το Ειδικό Δικαστήριο για τον Λίβανο.
Χεζμπολάχ: «Τα εκρηκτικά προορίζονταν για το Ισραήλ»
Απαντώντας στις ανησυχίες της κυβέρνησης, ο Χασάν Φαντλάλα απέρριψε τις αναφορές ότι τα κατασχεθέντα εκρηκτικά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επιθέσεις στο εσωτερικό του Λιβάνου.
Χαρακτήρισε τις σχετικές κατηγορίες αβάσιμες και υποστήριξε ότι ο οπλισμός της Χεζμπολάχ προορίζεται αποκλειστικά για την αντιπαράθεση με τις ισραηλινές δυνάμεις.
Παράλληλα, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό Ναουάφ Σαλάμ ότι με τις δηλώσεις του επιχειρεί να προκαλέσει διχασμό μεταξύ των Λιβανέζων.
Η οργάνωση επιμένει ότι η στρατιωτική της δραστηριότητα συνδέεται με την παρουσία ισραηλινών δυνάμεων σε λιβανέζικο έδαφος και τις συνεχιζόμενες ισραηλινές επιθέσεις στον νότο της χώρας.
Στο επίκεντρο η διαμάχη για τον αφοπλισμό
Η κατάσχεση των εκρηκτικών αναζωπυρώνει τη διαμάχη για τον έλεγχο των όπλων στον Λίβανο.
Τον Μάρτιο, η λιβανέζικη κυβέρνηση απαγόρευσε τις στρατιωτικές δραστηριότητες της Χεζμπολάχ, μετά την εκτόξευση ρουκετών προς το Ισραήλ, και δεσμεύτηκε να θέσει το σύνολο του οπλισμού υπό κρατικό έλεγχο.
Η Χεζμπολάχ απορρίπτει τον αφοπλισμό της όσο παραμένουν ισραηλινές δυνάμεις σε λιβανέζικο έδαφος και συνεχίζονται οι ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με το Reuters, η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί ένδειξη ότι η οργάνωση εξακολουθεί να διακινεί στρατιωτικό υλικό στο εσωτερικό της χώρας, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να ενισχύσει τον έλεγχο του οπλισμού.
Η έρευνα των λιβανέζικων αρχών συνεχίζεται, ενώ η δημόσια απαίτηση της Χεζμπολάχ για επιστροφή των εκρηκτικών και απελευθέρωση των συλληφθέντων αναδεικνύει το βάθος της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση για τη στρατιωτική δράση της οργάνωσης.