Σε μια κίνηση μείζονος πολιτικής και συμβολικής σημασίας, ο βασιλιάς του Μαρόκου Μοχάμεντ ΣΤ’ επέλεξε τη Φάτιμα Εζάχτρα Ελ Μανσούρι στη θέση της πρωθυπουργού, αναθέτοντάς της τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης.
Πρόκειται για απόφαση-σταθμό, καθώς η 50χρονη πολιτικός γίνεται η πρώτη γυναίκα που αναλαμβάνει την ηγεσία της κυβέρνησης στη χώρα, αλλά και μόλις η δεύτερη στην ιστορία του αραβικού κόσμου και της Βόρειας Αφρικής. Η ίδια χαρακτήρισε τον διορισμό της «ιστορικό», τονίζοντας πως αντανακλά την πρόοδο και την υπερηφάνεια για όλες τις Μαροκινές.
Η εξέλιξη αυτή ακολουθεί τη νίκη του κεντροδεξιού κόμματος «Αυθεντικότητα και Μοντερνισμός» (PAM) στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, όπου εξασφάλισε 97 από τις 395 έδρες. Καθώς απέχει από την απόλυτη πλειοψηφία, η κ. Ελ Μανσούρι καλείται να ξεκινήσει άμεσα διαβουλεύσεις για τη συγκρότηση βιώσιμης κυβέρνησης συνεργασίας.
Η εκλογική αναμέτρηση διεξήχθη στη σκιά ιστορικού χαμηλού συμμετοχής (38%), γεγονός που αποτυπώνει τη βαθιά δυσαρέσκεια της κοινωνίας —και ιδιαίτερα των νέων— για την ανεργία, το κόστος ζωής και τις μεταναστευτικές πιέσεις, ενώ το ισλαμιστικό κόμμα PJD δήλωσε πως θα παραμείνει στην αντιπολίτευση.
Η νέα πρωθυπουργός διαθέτει πλούσιο πολιτικό και ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Γόνος επιφανούς οικογένειας από το Μαρακές, με σπουδές νομικής σε Γαλλία και ΗΠΑ, διετέλεσε το 2009 η πρώτη γυναίκα δήμαρχος Μαρακές, ενώ από το 2021 κατείχε το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Χωροταξίας και Πολεοδομίας, διαχειριζόμενη κρίσιμα προγράμματα στέγασης και την ανασυγκρότηση μετά τον καταστροφικό σεισμό του Αλ Χαούζ.
Η κυβέρνησή της καλείται τώρα να ισορροπήσει ανάμεσα σε φιλόδοξες οικονομικές δεσμεύσεις —όπως ετήσια ανάπτυξη 5% και δημιουργία ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας— και στις κολοσσιαίες επενδύσεις υποδομών ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου 2030, το οποίο το Μαρόκο συνδιοργανώνει με την Ισπανία και την Πορτογαλία. Παρά το γεγονός ότι ο βασιλιάς διατηρεί τον πρώτο λόγο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, η ανέλιξη της Ελ Μανσούρι επαναπροσδιορίζει τα όρια της γυναικείας ηγεσίας στην περιοχή και ενισχύει το μεταρρυθμιστικό προφίλ της χώρας διεθνώς.