Reuters: Ο Τραμπ στρέφεται στο ρωσικό ντίζελ για να μειώσει τις τιμές – Τα εμπόδια και οι αντιδράσεις

 
τραμπ και πουτιν

Πηγή Φωτογραφίας: ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Ενημερώθηκε: 12/10/26 - 18:53

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να συγκρατήσει την άνοδο των τιμών του ντίζελ στις ΗΠΑ, χαλαρώνοντας τους περιορισμούς στις ρωσικές εξαγωγές του καυσίμου και προωθώντας την παύση των επιθέσεων Ρωσίας και Ουκρανίας σε ενεργειακές υποδομές. Ωστόσο, οι ποσότητες που έχει υποσχεθεί η Μόσχα είναι περιορισμένες σε σχέση με την αμερικανική κατανάλωση, ενώ η συμφωνία προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η αύξηση των τιμών του ντίζελ επιβαρύνει ιδιαίτερα τις οδικές μεταφορές και τον αγροτικό τομέα, εντείνοντας τις ανησυχίες για το κόστος ζωής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.

Τη Δευτέρα (12/10), τα αμερικανικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ντίζελ, με κωδικό HOc1, υποχώρησαν κατά 0,5%, μετά τις ανακοινώσεις του Αμερικανού προέδρου.

Πόσο ρωσικό ντίζελ αναμένεται να διατεθεί;

Ο Τραμπ ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι η Ρωσία θα διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 μετρικούς τόνους ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατομμύρια βαρέλια, στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών (EIA), η ποσότητα αυτή υπολείπεται ακόμη και της ημερήσιας κατανάλωσης ντίζελ μόνο στον τομέα των μεταφορών των ΗΠΑ, η οποία ανέρχεται σε περίπου 2,94 εκατομμύρια βαρέλια.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε επίσης ότι η Ρωσία θα διαθέσει επιπλέον 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και ακόμη ένα εκατομμύριο τόνους αμέσως μετά.

Ακόμη και αν παραδοθούν όλες αυτές οι ποσότητες, το σύνολο των 1,8 εκατομμυρίων τόνων αντιστοιχεί σε λιγότερες από πέντε ημέρες κατανάλωσης του αμερικανικού τομέα μεταφορών. Επιπλέον, δεν έχει διευκρινιστεί ποιο μέρος τους θα καταλήξει απευθείας στις ΗΠΑ.

Τα εμπόδια στις εξαγωγές από τη Ρωσία

Παρά τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων για το ρωσικό ντίζελ, η υλοποίηση των προμηθειών παραμένει αβέβαιη.

Ένα από τα βασικά προβλήματα αφορά τη μεταφορά του καυσίμου, καθώς πολλά δεξαμενόπλοια εξακολουθούν να υπόκεινται σε κυρώσεις.

Παράλληλα, οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν προκαλέσει ζημιές σε ρωσικά διυλιστήρια, περιορίζοντας τη δυνατότητα παραγωγής και εξαγωγής πετρελαϊκών προϊόντων.

Πριν από την εντατικοποίηση αυτών των επιθέσεων, η Ρωσία διέθετε εξαγωγική δυνατότητα περίπου 100.000 τόνων ντίζελ ημερησίως.

Ωστόσο, λόγω των προβλημάτων στη διύλιση και της ανάγκης κάλυψης της εγχώριας ζήτησης, η Μόσχα είχε επιβάλει από τον Ιούλιο περιορισμούς στις εξαγωγές.

Η απαγόρευση είχε παραταθεί έως τις 31 Οκτωβρίου για χώρες χωρίς διμερείς συμφωνίες με τη Ρωσία, ενώ συνεχίστηκαν οι παραδόσεις προς «φιλικά» κράτη, κυρίως στην Κεντρική Ασία.

Το Σάββατο, η Μόσχα ανακοίνωσε μερική άρση της απαγόρευσης, με άμεση ισχύ.

Σύμφωνα με πηγές της πετρελαϊκής βιομηχανίας που επικαλείται το Reuters, η Ρωσία θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην αρχική ποσότητα των 300.000 τόνων, εφόσον σταματήσουν οι ουκρανικές επιθέσεις στα διυλιστήρια.

Η δυνατότητα αυτή εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την επαναλειτουργία μεγάλης μονάδας διύλισης στο ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας.

Πόσα έσοδα μπορεί να αποκομίσει η Μόσχα;

Η επανέναρξη των εξαγωγών δημιουργεί και ερωτήματα σχετικά με τα οικονομικά οφέλη για τη Ρωσία.

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει υποστηρίξει ότι οι ουκρανικές επιθέσεις στα διυλιστήρια έχουν προκαλέσει απώλειες αντίστοιχες με το 1% του ρωσικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.

Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 26,6 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι εξαγωγές 300.000 τόνων ντίζελ θα μπορούσαν να αποφέρουν ακαθάριστα έσοδα περίπου 400 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ωστόσο, μόνο μέρος των εσόδων αυτών θα κατέληγε απευθείας στον ρωσικό κρατικό προϋπολογισμό, καθώς το φορολογικό σύστημα της χώρας στηρίζεται κυρίως στη φορολόγηση της παραγωγής πετρελαίου.

Η Ρωσία διαθέτει περίπου 30 μεγάλα διυλιστήρια, ενώ στην Ουκρανία δεν λειτουργούν σήμερα αντίστοιχες εγκαταστάσεις διύλισης.

Αντιδράσεις από Ζελένσκι και Ρεπουμπλικανούς

Η απόφαση του Τραμπ έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ουκρανία, αλλά και στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι υποστήριξε ότι η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ θα ενισχύσει οικονομικά τη Μόσχα και θα την ενθαρρύνει να συνεχίσει τις επιθέσεις κατά της Ουκρανίας.

Αντίθετος εμφανίστηκε και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Ντον Μπέικον, ο οποίος ζήτησε την ενίσχυση των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας αντί της χαλάρωσής τους, παραπέμποντας στα πρόσφατα μέτρα που ενέκρινε το Κογκρέσο.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ ανακοίνωσε ότι το Λονδίνο θα ενισχύσει τις κυρώσεις του κατά της Μόσχας.

Από τη Γερμανία, ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ επανέλαβε τη στήριξη του Βερολίνου στον Ζελένσκι και ζήτησε μεγαλύτερη πίεση στη Ρωσία για την επανέναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών.

Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι οι συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός συνεχίζονται, χωρίς να διευκρινίσει εάν αφορούν αποκλειστικά τις ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Παρά τις δηλώσεις Τραμπ περί συμφωνίας για αμοιβαία παύση των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές, οι ακριβείς όροι και ο τρόπος εφαρμογής της δεν έχουν αποσαφηνιστεί.

Περιορισμένες οι δυνατότητες ενίσχυσης της προσφοράς από την Κίνα

Στην αγορά καυσίμων αναμένεται να επιστρέψει και η Κίνα, μετά την προσωρινή διακοπή εξαγωγών κατά την αργία της «Χρυσής Εβδομάδας».

Ωστόσο, σύμφωνα με το Reuters, οι εγκεκριμένες κινεζικές εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων για τον Οκτώβριο ανέρχονται σε περίπου 3,7 εκατομμύρια τόνους.

Στις ποσότητες αυτές περιλαμβάνονται ντίζελ, βενζίνη και καύσιμα αεροσκαφών.

Το σύνολο είναι μειωμένο σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, αλλά και με τους περισσότερους από 4 εκατομμύρια τόνους που είχαν εγκριθεί για τον Σεπτέμβριο.

Επομένως, η επανέναρξη των κινεζικών εξαγωγών δεν αναμένεται από μόνη της να εξαλείψει τις πιέσεις στην παγκόσμια προσφορά.

Ο πόλεμος στο Ιράν και τα στρατηγικά αποθέματα

Πρόσθετη πίεση στην αγορά ντίζελ ασκεί ο πόλεμος στο Ιράν, ο οποίος έχει περιορίσει τη διαθεσιμότητα καυσίμων από χώρες του Περσικού Κόλπου.

Μπροστά στις διαταραχές της προσφοράς, οι χώρες της G7 συμφώνησαν να διαθέσουν καύσιμα από τα στρατηγικά αποθέματά τους, στο πλαίσιο συντονισμένων ενεργειών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA).

Τον Μάρτιο, ο Οργανισμός, στον οποίο συμμετέχουν 32 χώρες, συντόνισε τη μεγαλύτερη αποδέσμευση έκτακτων ενεργειακών αποθεμάτων στην ιστορία του, με περισσότερα από 400 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων.

Πλέον, καλεί τις συμμετέχουσες χώρες να διαθέσουν και ποσότητες που δεν έχουν ακόμη αποδεσμευτεί.

Παρά τις κινήσεις αυτές, η επίδραση της συμφωνίας Τραμπ με τη Ρωσία στις τιμές του ντίζελ παραμένει αβέβαιη. Οι σχετικά περιορισμένες ποσότητες, οι δυσκολίες μεταφοράς και οι ζημιές στα ρωσικά διυλιστήρια αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην προσπάθεια αύξησης της προσφοράς, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ακρίβεια αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ