Ρωσικό ντίζελ στις ΗΠΑ και εκεχειρία στον αέρα – Το ενεργειακό παζάρι Τραμπ – Πούτιν

 
τραμπ και πουτιν

Ενημερώθηκε: 12/10/26 - 08:11

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιτρέψει εκ νέου την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα και το Κίεβο.

Η ενεργειακή κρίση και η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων διαμορφώνουν πλέον τις αμερικανικές προτεραιότητες, με τον Λευκό Οίκο να επιδιώκει την αύξηση της προσφοράς πετρελαϊκών προϊόντων, την ώρα που ασκεί πιέσεις στην Ουκρανία να περιορίσει τις επιθέσεις κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.

Μέσα σε λιγότερο από 72 ώρες, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, εξαπέλυσε νέα επίθεση κατά του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και υποστήριξε ότι Ρωσία και Ουκρανία συμφώνησαν να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών.

Ωστόσο, η εξαγγελία για ενεργειακή εκεχειρία δεν συνοδεύτηκε από επίσημη επιβεβαίωση της Μόσχας και του Κιέβου, ενώ οι ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές εγκαταστάσεις συνεχίστηκαν.

Η νέα πρωτοβουλία εκδηλώνεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για την αμερικανική κυβέρνηση. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στην παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία έχουν αυξήσει σημαντικά το κόστος των καυσίμων, με το ντίζελ στις ΗΠΑ να καταγράφει άνοδο σχεδόν 70% από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν. Με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν, ο Τραμπ αναζητεί τρόπους να περιορίσει τις οικονομικές πιέσεις σε επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία εμφανίζεται ως δυνητικός προμηθευτής που μπορεί να συνεισφέρει στην αύξηση της προσφοράς καυσίμων, παρά το γεγονός ότι οι δυτικές κυρώσεις είχαν σχεδιαστεί για να περιορίσουν τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας.

Η συμφωνία για το ντίζελ και η χαλάρωση των κυρώσεων

Η αφετηρία των εξελίξεων ήταν η Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Ρώσο πρόεδρο για την προμήθεια πρόσθετων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές.

Σύμφωνα με τις αμερικανικές ανακοινώσεις, η Ρωσία δεσμεύθηκε να διαθέσει περισσότερους από 300.000 τόνους άμεσα, άλλους 500.000 τόνους εντός Νοεμβρίου και ένα εκατομμύριο τόνους τον Δεκέμβριο. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε στην προοπτική διάθεσης επιπλέον τριών εκατομμυρίων τόνων σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι εξαγγελίες υπερβαίνουν συνολικά τους 4,8 εκατομμύρια τόνους, χωρίς να έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης, οι εμπορικοί όροι και οι τελικοί αγοραστές.

Την ίδια ημέρα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε την ειδική άδεια General License 135 μέσω της Υπηρεσίας Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC). Η ρύθμιση επιτρέπει συγκεκριμένες συναλλαγές για την πώληση, τη μεταφορά, την εκφόρτωση και την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής αγοράς.

Η άδεια έχει ισχύ έως τις 7 Απριλίου 2027, χωρίς να καταργεί συνολικά τις κυρώσεις στον ρωσικό ενεργειακό τομέα ή να αίρει τους περιορισμούς που αφορούν δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας και άλλων κρατικών φορέων.

Η απόφαση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς οι ΗΠΑ είχαν απαγορεύσει από το 2022 τις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων, μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής στην Ουκρανία. Η νέα εξαίρεση δεν συνιστά συνολική αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων Ουάσιγκτον και Μόσχας, αλλά αποτελεί ουσιαστική μεταβολή της αμερικανικής στάσης απέναντι σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της ρωσικής οικονομίας.

Για τον Πούτιν, η εξέλιξη έχει τόσο οικονομική όσο και διπλωματική διάσταση. Η Μόσχα αποκτά τη δυνατότητα να επαναφέρει μέρος των ενεργειακών εξαγωγών της στην αμερικανική αγορά, ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται και οι περισσότερες δυτικές κυρώσεις παραμένουν σε ισχύ.

Παράλληλα, δημιουργείται ένα προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο η ενεργειακή κρίση μπορεί να οδηγήσει σε επιλεκτική χαλάρωση περιορισμών, χωρίς να έχει προηγηθεί συνολική συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

Οι αγορές αντιδρούν, αλλά η ανακούφιση παραμένει αβέβαιη

Η ανακοίνωση της συμφωνίας επηρέασε άμεσα τις αγορές διυλισμένων καυσίμων, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να καταγράφονται στα συμβόλαια ντίζελ. Στις ΗΠΑ, τα συμβόλαια πετρελαίου εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο υποχώρησαν περίπου 4,1%, ενώ στην Ευρώπη τα συμβόλαια γκαζοΐλ σημείωσαν πτώση περίπου 4,7%, με την τιμή του συμβολαίου Οκτωβρίου να διαμορφώνεται κοντά στα 1.439 δολάρια ανά τόνο.

Η υποχώρηση αποτυπώνει τις προσδοκίες των αγορών ότι η διοχέτευση πρόσθετων ποσοτήτων ρωσικού καυσίμου θα μπορούσε να περιορίσει μέρος των ελλείψεων. Η εικόνα, ωστόσο, ήταν διαφορετική στην αγορά αργού πετρελαίου. Το Brent έκλεισε την Παρασκευή στα 104,72 δολάρια ανά βαρέλι, με άνοδο 0,42%, ενώ το αμερικανικό WTI διαμορφώθηκε στα 91,85 δολάρια, αυξημένο κατά 0,39%.

Η διαφοροποίηση αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι η συμφωνία αφορά κυρίως την προσφορά ήδη διυλισμένου καυσίμου και όχι την αύξηση της ρωσικής παραγωγής αργού πετρελαίου.

Επομένως, οι άμεσες επιπτώσεις αναμένεται να είναι εντονότερες στην αγορά ντίζελ, ενώ οι τιμές του Brent και του WTI εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ και τις ανησυχίες για την παγκόσμια ενεργειακή επάρκεια.

Παρά τις αρχικές αντιδράσεις, παραμένουν αμφιβολίες για το κατά πόσο οι ρωσικές προμήθειες μπορούν να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά την έλλειψη καυσίμων.

Σύμφωνα με αναλύσεις των Financial Times και του Guardian, ακόμη και αν υλοποιηθούν πλήρως οι εξαγγελθείσες ποσότητες, η επίδρασή τους στην παγκόσμια αγορά θα είναι περιορισμένη. Οι πρόσθετες προμήθειες αντιστοιχούν σε μικρό μέρος της διεθνούς ζήτησης, ενώ η μεταφορά τους μπορεί να απαιτήσει έως και τρεις εβδομάδες.

Την ίδια στιγμή, η ρωσική παραγωγή αντιμετωπίζει προβλήματα από τις ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια και εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον εμπόδιο στην προσπάθεια αύξησης των διαθέσιμων ποσοτήτων.

Η μέση λιανική τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ βρισκόταν την Κυριακή 11 Οκτωβρίου κοντά στα 6,28 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι περίπου 3,67 δολαρίων έναν χρόνο νωρίτερα. Ακόμη και αν υποχωρήσουν οι τιμές χονδρικής, η μεταβολή δεν περνά αυτομάτως στα πρατήρια, καθώς εξαρτάται από τα αποθέματα, τη λειτουργία των διυλιστηρίων και τη διάρκεια των διαταραχών στην ενεργειακή αγορά.

Κατά συνέπεια, ο Τραμπ αποκτά ένα επιχείρημα ότι επιχειρεί να αντιμετωπίσει την ακρίβεια, χωρίς να είναι δεδομένο ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές θα δουν ουσιαστική μείωση των τιμών πριν από τις εκλογές. Η απόσταση μεταξύ των ανακοινώσεων, της παράδοσης των φορτίων και της ενδεχόμενης αποκλιμάκωσης στη λιανική περιορίζει τις πιθανότητες άμεσου αποτελέσματος.

Πίεση στον Ζελένσκι για τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια

Παράλληλα με την ενεργειακή συμφωνία, η Ουάσιγκτον εντείνει την πίεση προς την Ουκρανία για τον περιορισμό των επιθέσεων σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εκφράσει την αντίθεσή του στα ουκρανικά πλήγματα κατά διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι επιβαρύνουν την παραγωγή καυσίμων και συμβάλλουν στην άνοδο των διεθνών τιμών.

Η στάση αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τη στρατηγική του Κιέβου. Για την ουκρανική πλευρά, οι επιθέσεις σε διυλιστήρια και αποθηκευτικούς χώρους αποτελούν μέσο περιορισμού της δυνατότητας της Ρωσίας να τροφοδοτεί τις ένοπλες δυνάμεις της και να χρηματοδοτεί τον πόλεμο. Επιπλέον, υποχρεώνουν τη Μόσχα να διαθέτει περισσότερα συστήματα αεράμυνας για την προστασία εγκαταστάσεων που βρίσκονται μακριά από την πρώτη γραμμή.

Η Ουκρανία έχει επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλου βεληνεκούς, επιδιώκοντας να αντισταθμίσει την υπεροχή της Ρωσίας σε αεροπορικές και στρατιωτικές δυνατότητες. Τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές αποτελούν, επομένως, ένα από τα μέσα με τα οποία το Κίεβο επιχειρεί να αυξήσει το οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος του πολέμου για τη Μόσχα.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Reuters και άλλων αμερικανικών μέσων, η Ουκρανία έχει δεχθεί προειδοποιήσεις ότι η συνέχιση των επιθέσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό της στρατιωτικής υποστήριξης και της ανταλλαγής πληροφοριών από τις ΗΠΑ. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί επίσημη νέα απόφαση διακοπής της αμερικανικής βοήθειας.

Το ενδεχόμενο αυτό επαναφέρει στο προσκήνιο την εξάρτηση του Κιέβου από την αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία, τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και τις πληροφορίες που παρέχουν οι δυτικοί εταίροι.

Η ενεργειακή εκεχειρία που ανακοίνωσε ο Τραμπ

Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε την Κυριακή 11 Οκτωβρίου, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι Ρωσία και Ουκρανία έχουν συμφωνήσει σε άμεση παύση των επιθέσεων κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων. Ο Τραμπ παρουσίασε την εκεχειρία ως συμφωνημένη και ήδη ενεργή, καλώντας τις δύο πλευρές να μην την παραβιάσουν.

Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν συνοδεύτηκε από κοινή δήλωση των δύο χωρών ούτε από δημοσιοποίηση συγκεκριμένων όρων εφαρμογής. Η απουσία επίσημης επιβεβαίωσης δημιούργησε ερωτήματα για το εάν είχε επιτευχθεί πραγματική συμφωνία ή εάν επρόκειτο για πρωτοβουλία της αμερικανικής πλευράς που δεν είχε ακόμη εξασφαλίσει τη συναίνεση των εμπλεκομένων.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εμφανίστηκε να μην έχει ενημερωθεί για οριστική συμφωνία, δηλώνοντας ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, εφόσον η Μόσχα προχωρήσει σε αντίστοιχη κίνηση. Η θέση του Κιέβου αφορά την προστασία των ενεργειακών δικτύων, των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και των υποδομών θέρμανσης, καθώς η χώρα εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο.

Την ίδια ώρα, οι ουκρανικές αρχές κατήγγειλαν νέες ρωσικές επιθέσεις, μεταξύ άλλων στο Χάρκοβο, όπου επλήγη εγκατάσταση συμπαραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας. Αναφέρθηκαν επίσης πλήγματα σε άλλες περιοχές, ενώ η Μόσχα δεν είχε επιβεβαιώσει επισήμως ότι αποδέχεται την ενεργειακή εκεχειρία.

Η συνέχιση των βομβαρδισμών καθιστά σαφές ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την εφαρμογή μιας αμοιβαίας και ελεγχόμενης συμφωνίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν θα υπάρξουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις και μηχανισμοί επιτήρησης που θα διασφαλίζουν ότι καμία πλευρά δεν θα συνεχίσει μονομερώς τις επιθέσεις.

Στο προσκήνιο ξανά οι εκλογές στην Ουκρανία

Η πίεση της Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Τραμπ επανέφερε και το ζήτημα της διεξαγωγής εκλογών στην Ουκρανία, ασκώντας νέα πολιτική πίεση στον Ζελένσκι.

Ο Ουκρανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε εκλογική διαδικασία, εφόσον προηγηθεί πλήρης κατάπαυση του πυρός διάρκειας τουλάχιστον 60 ημερών, ώστε να δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες ασφάλειας.

Η ουκρανική νομοθεσία δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών όσο βρίσκεται σε ισχύ ο στρατιωτικός νόμος. Παράλληλα, υπάρχουν σοβαρά πρακτικά εμπόδια: εκατομμύρια πολίτες έχουν εκτοπιστεί, σημαντικές περιοχές παραμένουν υπό ρωσική κατοχή και μεγάλος αριθμός Ουκρανών υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις.

Η οργάνωση εκλογών θα απαιτούσε, επομένως, να διευθετηθούν ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια των εκλογικών τμημάτων, τη συμμετοχή των εκτοπισμένων και των στρατιωτικών, καθώς και τη δυνατότητα διεξαγωγής ελεύθερης προεκλογικής εκστρατείας.

Η επαναφορά του θέματος εντάσσεται στη συνολικότερη πίεση που ασκεί η αμερικανική κυβέρνηση στο Κίεβο, σε διπλωματικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Από την πλευρά του, ο Ζελένσκι επιχειρεί να συνδέσει τόσο τη συζήτηση για τις εκλογές όσο και οποιονδήποτε περιορισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων με μια πραγματική και αμοιβαία παύση των εχθροπραξιών.

Αντιδράσεις στις ΗΠΑ και ανησυχία στην Ευρώπη

Η απόφαση για το ρωσικό ντίζελ έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Γερουσιαστές από διαφορετικά κόμματα ζήτησαν την επανεξέταση της συμφωνίας, εκφράζοντας ανησυχίες ότι η χαλάρωση των κυρώσεων θα προσφέρει πρόσθετα έσοδα στη Ρωσία και θα αποδυναμώσει την οικονομική πίεση που ασκείται στη Μόσχα από το 2022.

Ερωτήματα έχουν διατυπωθεί και για τη συμβατότητα της νέας άδειας με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο που περιορίζει τις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων.

Η κυβέρνηση Τραμπ υπερασπίζεται την πρωτοβουλία ως αναγκαίο μέτρο για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση, ωστόσο, παραμένει πιο επιφυλακτική, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εφαρμόζει περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων.

Η αμερικανική εξαίρεση δημιουργεί ανησυχίες ότι ενδέχεται να αποδυναμώσει την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων και να διευκολύνει την επανένταξη ρωσικών ενεργειακών προϊόντων σε αγορές από τις οποίες είχαν αποκλειστεί.

Παράλληλα, αναλυτές που επικαλούνται οι Financial Times εκτιμούν ότι τα δημοσιονομικά οφέλη για τη Μόσχα ενδέχεται να είναι περιορισμένα σε σχέση με το συνολικό κόστος του πολέμου. Το μεγαλύτερο διακύβευμα ίσως βρίσκεται, επομένως, στις πολιτικές συνέπειες της συμφωνίας και στο προηγούμενο που δημιουργεί για τη μελλοντική εφαρμογή των κυρώσεων.

Το προηγούμενο της σύγκρουσης Τραμπ – Ζελένσκι

Η νέα κρίση αναζωπυρώνει τις ανησυχίες του Κιέβου για την αξιοπιστία της αμερικανικής υποστήριξης. Οι σχέσεις Τραμπ και Ζελένσκι είχαν δοκιμαστεί έντονα τον Φεβρουάριο του 2025, όταν η συνάντησή τους στον Λευκό Οίκο εξελίχθηκε σε δημόσια αντιπαράθεση. Ακολούθησε προσωρινή αναστολή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας και της ανταλλαγής πληροφοριών, πριν από την επανέναρξη της συνεργασίας.

Το προηγούμενο αυτό εξηγεί γιατί οι νέες αναφορές περί ενδεχόμενου περιορισμού της αμερικανικής υποστήριξης αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη σοβαρότητα από την ουκρανική ηγεσία.

Παρά την ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων, ιδιαίτερα στον τομέα των μη επανδρωμένων συστημάτων και των όπλων μεγάλου βεληνεκούς, η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται από τη δυτική συνδρομή σε κρίσιμους τομείς, όπως η αντιαεροπορική άμυνα, η προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και η ανταλλαγή πληροφοριών.

Η σημερινή διαφωνία έχει, ωστόσο, μια επιπλέον διάσταση: η αμερικανική πίεση συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια περιορισμού του ενεργειακού κόστους στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Τραμπ θεωρεί ότι οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις επιβαρύνουν την αγορά, ενώ το Κίεβο αντιμετωπίζει τα πλήγματα ως μέσο αποδυνάμωσης της ρωσικής πολεμικής μηχανής.

Πρόκειται για μια ουσιαστική σύγκρουση προτεραιοτήτων. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει άμεσα αποτελέσματα στην αγορά ενέργειας, ενώ η Ουκρανία θεωρεί ότι η διατήρηση της πίεσης στις ρωσικές υποδομές είναι αναγκαία για να αυξηθεί το κόστος συνέχισης του πολέμου για τη Μόσχα.

Τι επιδιώκει ο Πούτιν και ποια είναι τα επόμενα βήματα

Η Ρωσία αποκτά ένα νέο διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς οι ενεργειακές ανάγκες των ΗΠΑ δημιουργούν περιθώρια διαπραγμάτευσης για την επαναφορά μέρους των εξαγωγών της σε μια αγορά από την οποία είχε αποκλειστεί. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η συμφωνία για το ντίζελ περιλαμβάνει συγκεκριμένα στρατιωτικά ή εδαφικά ανταλλάγματα.

Η επιλογή της Ουάσιγκτον να επιτρέψει την εισαγωγή ρωσικού καυσίμου, ενώ παράλληλα πιέζει το Κίεβο να περιορίσει τις επιθέσεις σε διυλιστήρια, δημιουργεί νέα δεδομένα.

Η προστασία των ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων αναδεικνύεται σε ζήτημα της αμερικανικής διπλωματικής προσπάθειας, χωρίς να έχει διασφαλιστεί δημοσίως αντίστοιχη δέσμευση της Μόσχας για την προστασία των ουκρανικών υποδομών.

Καθοριστικής σημασίας θα είναι η στάση του Πούτιν απέναντι στην ενεργειακή εκεχειρία. Εάν η Ρωσία επιβεβαιώσει μια αμοιβαία συμφωνία με σαφείς όρους και δυνατότητα επιτήρησης, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για τον περιορισμό των επιθέσεων σε κρίσιμες εγκαταστάσεις και για νέες διαπραγματεύσεις.

Αντίθετα, η συνέχιση των βομβαρδισμών χωρίς επίσημη αποδοχή των αμερικανικών όρων θα αναδείξει την απόσταση ανάμεσα στις ανακοινώσεις του Λευκού Οίκου και στην πραγματικότητα του πολέμου.

Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει και η στάση της Ευρώπης. Ο Ζελένσκι επιχειρεί να διατηρήσει τον συντονισμό με βασικούς εταίρους, πραγματοποιώντας επαφές με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ και τον Φινλανδό πρόεδρο Αλεξάντερ Στουμπ.

Για το Κίεβο, η ευρωπαϊκή και συμμαχική υποστήριξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, εφόσον η Ουάσιγκτον επιλέξει να συνδέσει τη συνέχιση της στρατιωτικής συνεργασίας με συγκεκριμένους όρους.

Μέχρι στιγμής, η συμφωνία για το ντίζελ δεν έχει μεταβάλει ουσιαστικά την κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο ούτε έχει οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη παύση των επιθέσεων κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων.

Έχει, ωστόσο, αλλάξει τους όρους της πολιτικής συζήτησης: οι ΗΠΑ δίνουν προτεραιότητα στην αποκλιμάκωση των τιμών, η Ρωσία αποκτά ένα νέο πεδίο οικονομικής συνεννόησης με την Ουάσιγκτον και η Ουκρανία καλείται να εξετάσει περιορισμούς σε ένα από τα σημαντικότερα μέσα στρατιωτικής πίεσης που διαθέτει.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η προσπάθεια αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης θα οδηγήσει σε ευρύτερη αναπροσαρμογή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία.

Η Μόσχα έχει εξασφαλίσει μια συγκεκριμένη εξαίρεση από το καθεστώς κυρώσεων, το Κίεβο βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πιέσεις και ο Λευκός Οίκος αναζητεί απτά αποτελέσματα πριν από τις κάλπες της 3ης Νοεμβρίου.

Η συμφωνία για το ντίζελ αποτελεί πλέον το συγκεκριμένο βήμα που έχει ανακοινωθεί. Η ενεργειακή εκεχειρία, αντίθετα, παραμένει αβέβαιη, καθώς δεν έχει επιβεβαιωθεί από τις δύο εμπόλεμες πλευρές και οι επιθέσεις συνεχίζονται.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ