Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ και η κυβέρνησή του εντείνουν τις πιέσεις προς την Ουκρανία να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, επικαλούμενοι τις επιπτώσεις στους Αμερικανούς καταναλωτές, δεν έχουν σχολιάσει τα πρόσφατα ρωσικά πλήγματα σε αμερικανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ουκρανία.
Όπως σημειώνει το CNN, τους τελευταίους μήνες η Ρωσία έχει εντείνει τις επιθέσεις τόσο σε εγκαταστάσεις που συνδέονται με αμερικανικές εταιρείες όσο και σε υποδομές που εξυπηρετούν τον άμαχο πληθυσμό σε όλη τη χώρα.
Σύμφωνα με τον Άντι Χάντερ, πρόεδρο του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Ουκρανία, ρωσικοί πύραυλοι και drones έχουν προκαλέσει ζημιές σε εγκαταστάσεις γνωστών αμερικανικών εταιρειών, όπως η Coca-Cola, η PepsiCo, τα McDonald’s και η Oreo. Αν και η Ρωσία έχει επιχειρήσει και στο παρελθόν να εμποδίσει τη δραστηριοποίηση αμερικανικών επιχειρήσεων, όσα συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες «δεν έχουν προηγούμενο», ανέφερε. «Το μήνυμα που στέλνουν είναι ότι βάζουν στο στόχαστρο τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, δεν βλέπουμε καμία αντίδραση από τον Λευκό Οίκο», τόνισε, προσθέτοντας ότι η κατάσταση πρέπει να σταματήσει, καθώς πλήττονται αμερικανικά συμφέροντα, κεφάλαια και επενδυτές.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν ρωσικό drone έπληξε εργοστάσιο της Coca-Cola στα περίχωρα του Κιέβου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι μίλησε για «σαφές μήνυμα» προς τις ΗΠΑ. «Οι Ρώσοι δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζουν ότι πρόκειται για αμερικανική επιχείρηση», δήλωσε στις 3 Σεπτεμβρίου. Αργότερα τον ίδιο μήνα, drone κατέστρεψε αποθήκη που εξυπηρετούσε τα McDonald’s.
Η εταιρεία επιβεβαίωσε ότι αποθήκη συνεργάτη της στον τομέα logistics, στην περιφέρεια του Κιέβου, υπέστη ζημιές στις 25 Σεπτεμβρίου, με αποτέλεσμα τα εστιατόριά της στην Ουκρανία να προσφέρουν πλέον περιορισμένο μενού. Η PepsiCo, από την πλευρά της, επιβεβαίωσε στα τέλη Αυγούστου ότι μονάδα παραγωγής της στην περιφέρεια του Μικολάιβ υπέστη ζημιές, χωρίς θύματα.
Σύμφωνα με πρώην ανώτερο αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι αμερικανικές επιχειρήσεις δεν είναι εξίσου πρόθυμες να μιλήσουν δημόσια για τα πλήγματα.
Ο Χάντερ σημείωσε ότι ορισμένες θέλουν να αναδειχθεί το θέμα, ενώ άλλες κινούνται με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Αρκετοί Δημοκρατικοί βουλευτές και γερουσιαστές έχουν καλέσει τον Λευκό Οίκο να λάβει περισσότερα μέτρα και να καταδικάσει τη Μόσχα, ενώ το Κίεβο επικαλείται τις επιθέσεις ως επιπλέον λόγο για ενίσχυση της αμυντικής βοήθειας.
Το Επιμελητήριο συναντά αξιωματούχους και των δύο κομμάτων που επισκέπτονται το Κίεβο και τους έχει ζητήσει να θέσουν το ζήτημα στον Λευκό Οίκο.
Τον Αύγουστο του 2025, ερωτηθείς για ρωσικό πλήγμα σε αμερικανικό εργοστάσιο ηλεκτρονικών ειδών, ο Τραμπ είχε πει ότι εξέφρασε στον Βλαντίμιρ Πούτιν τη δυσαρέσκειά του: «Δεν ήμουν ευχαριστημένος με αυτό». Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο πρόεδρος θέλει να σταματήσει εντελώς ο πόλεμος και εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ είναι «η μόνη χώρα στον κόσμο» που μπορεί να συμβάλει εποικοδομητικά συνομιλώντας και με τις δύο πλευρές.
Η ήπια αυτή στάση έρχεται σε αντίθεση με τις επικρίσεις προς το Κίεβο για τις επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές. Τον Φεβρουάριο, το CNN είχε αποκαλύψει ότι η Ουάσιγκτον προειδοποίησε την Ουκρανία πως πλήγματα σε ρωσική πετρελαϊκή εγκατάσταση στη Μαύρη Θάλασσα, στα τέλη της περασμένης χρονιάς, είχαν επηρεάσει αμερικανικές επενδύσεις στο Καζακστάν.
Τις τελευταίες εβδομάδες ο Τραμπ αποδίδει τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων στα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικές μονάδες παραγωγής ντίζελ, αν και οι τιμές έχουν αυξηθεί λόγω του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν.
Την περασμένη Παρασκευή ανακοίνωσε συμφωνία για άρση κυρώσεων και αγορά ρωσικού ντίζελ, κατά παράβαση της αμερικανικής νομοθεσίας. Παράλληλα, σύμφωνα με πηγές του CNN, οι ΗΠΑ έχουν απειλήσει να περιορίσουν την ανταλλαγή πληροφοριών των μυστικών υπηρεσιών και την προμήθεια πυρομαχικών προς την Ουκρανία, αν το Κίεβο δεν σταματήσει τις επιθέσεις.
Ο Χάντερ δήλωσε ότι δυσκολεύεται να κατανοήσει τη σιωπή της αμερικανικής κυβέρνησης: «Θα περίμενε κανείς από την κυβέρνησή του να σταθεί στο πλευρό του και να δώσει τη μάχη μαζί του, ιδίως όταν οι αμερικανικές επιχειρήσεις δέχονται επιθέσεις από τις ένοπλες δυνάμεις μιας ξένης χώρας».
Όπως ανέφερε, το Επιμελητήριο ζήτησε τον περασμένο μήνα συνάντηση με τους απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ για να τους ενημερώσει για την κατάσταση, αλλά «δεν λάβαμε καμία απάντηση».