Μια ριζική και άκρως αμφιλεγόμενη αλλαγή στην αντιμετώπιση της νεανικής εγκληματικότητας προωθεί η Σουηδία, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δραματική αύξηση των επιθέσεων με όπλα και βόμβες, οι οποίες συχνά διαπράττονται από ανηλίκους. Το κεντρικό ερώτημα που πιέζει πλέον τις αρχές είναι το πώς θα διαχειριστούν παιδιά που κατηγορούνται για δολοφονίες ή απόπειρες δολοφονίας.
Με φόντο τις αμφίρροπες εκλογές του Σεπτεμβρίου, όπου η ασφάλεια κυριαρχεί στην πολιτική ατζέντα, η κεντροδεξιά κυβέρνηση συνασπισμού –με τη στήριξη των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών– κρίνει ότι το παραδοσιακό, ήπιο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας απέτυχε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γκούναρ Στρόμερ, μόνο την προηγούμενη χρονιά 52 παιδιά κάτω των 15 ετών βρέθηκαν ύποπτα για ανθρωποκτονία ή απόπειρα, γεγονός που οδήγησε τον ίδιο να κηρύξει «κατάσταση έκτακτης ανάγκης».
Το νέο νομοσχέδιο, το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο στα μέσα Ιουνίου με ορίζοντα πενταετούς επανεξέτασης, προβλέπει τη μείωση του ορίου ηλικίας ποινικής ευθύνης από τα 15 στα 13 έτη. Παράλληλα, θεσπίζεται η δημιουργία ειδικών φυλακών για ανηλίκους που διαπράττουν βαριά εγκλήματα, με ξεχωριστή πρόβλεψη για πτέρυγα κοριτσιών.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στα πανίσχυρα δίκτυα των συμμοριών, τα οποία σύμφωνα με την αστυνομία αριθμούν πλέον 17.500 ενεργά μέλη και 50.000 συνεργάτες. Τα δίκτυα αυτά, που ελέγχουν τη διακίνηση ναρκωτικών και εκτεταμένες απάτες, χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να στρατολογήσουν ακόμη και 11χρονα παιδιά, μετατρέποντάς τα σε εκτελεστές για βομβιστικές και ένοπλες επιθέσεις σε ολόκληρη τη Σκανδιναβία.
Αν και η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα κατασταλτικά μέτρα, οι αυστηρότερες ποινές και οι διευρυμένες δικαιοδοσίες της αστυνομίας αποδίδουν –καθώς οι θάνατοι από πυροβολισμούς μειώθηκαν στους 44 το 2025 από 62 που ήταν το 2022– πολλοί ειδικοί και βουλευτές εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις.
Προειδοποιούν ότι η φυλάκιση τόσο μικρών παιδιών αποτελεί λάθος προσέγγιση, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι ο εγκλεισμός θα λειτουργήσει αποτρεπτικά και θα συνδυαστεί με προγράμματα αποκατάστασης για την αποφυγή της υποτροπής.