Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 3 Απριλίου και οι βίοι των Αγίων που τιμά η Εκκλησία μας

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 3 Απριλίου και οι βίοι των Αγίων που τιμά η Εκκλησία μας
Ενημερώθηκε: 03/04/20 - 01:24

Εορτολόγιο - Βίοι Αγίων: Σήμερα Παρασκευή 3 Απριλίου ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος και είναι του Οσίου Ιλλυριού και γιορτάζουν οι: Ιλλύριος, Λύρος, Ιλλυρία, Λύρα (υπάρχουν και άλλες ημερομηνίες που γιορτάζει αυτό το όνομα). 

Οι Άγιοι των οποίων τη μνήμη τιμά σήμερα 3 Απριλίου η Εκκλησία μας, είναι: Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής Ηγούμενος Μονής Μηδικίου, Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Άγιος Ελπιδηφόρος, Άγιοι Δίος, Βυθόνιος και Γάλυκος, Όσιος Ιλλυριός, Άγιος Παύλος ο Ρώσος ο Απελεύθερος, Όσιος Νεκτάριος του Μπεζέτσκ, Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Αμαράντου Ρόδου, Αγία Αγάπη η παρθενομάρτυς, Σύναξη της Παναγίας της Θεοσκέπαστης στην Άνδρο, Σύναξη της Παναγίας της Ακαθής στην Σχοινούσα, Σύναξη της Παναγίας της Πλατσανής στην Οία της Σαντορίνης, Σύναξη της Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον» στον Πειραιά.

Διαβάστε αναλυτικά τη ζωή των Αγίων των οποίων τη μνήμη τιμά σήμερα 3 Απριλίου η Εκκλησία μας:

Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής Ηγούμενος Μονής Μηδικίου

Ο Όσιος Νικήτας καταγόταν από την Καισάρεια της Βιθυνίας και έζησε τον 8ο αιώνα μ.Χ. Σε βρεφική ηλικία έμεινε ορφανός από μητέρα και την ανατροφή του την ανέλαβαν η ενάρετη γιαγιά του και ο ευσεβής Φιλάρετος, ο πατέρας του, ο οποίος ανέθεσε από πολύ νωρίς την εκπαίδευσή του σε κάποιο κληρικό φημισμένο για τις παιδαγωγικές και πνευματικές του αρετές. Έτσι ο νεαρός Νικήτας απόκτησε αξιόλογη κοσμική και πνευματική παιδεία.

Αφού εγκατέλειψε πατέρα, μητέρα, αδελφούς, αδελφές, συγγενείς, σπίτι, πατρίδα πλούτη και σήκωσε τον σταυρό του με προθυμία, ακολούθησε τον Χριστό και έγινε άξιος μαθητής αυτού.

Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής Ηγούμενος Μονής Μηδικίου

 

Σε νεαρή ηλικία κατέφυγε στην περίφημη μονή του Μηδικίου της Τριγλίας, όπου γρήγορα, για τις πολλές του αρετές, κατάκτησε την αγάπη και την εκτίμηση όλων των αδελφών της μονής, οι οποίοι μετά τον θάνατο του ηγουμένου Νικηφόρου, τον εξέλεξαν ηγούμενο της μονής, επί Πατριάρχου Ταρασίου (784 - 806 μ.Χ.).

Λόγω της σταθερής πίστεώς του στην διδασκαλία και παράδοση της Εκκλησίας μας για τις ιερές εικόνες ο Όσιος εξορίσθηκε, επί αυτοκράτορα Λέοντος του Ε' (813 - 820 μ.Χ.), στην κωμόπολη Μασαλεών της Μικράς Ασίας. Από εκεί ανακλήθηκε για να εξορισθεί εκ νέου, το 815 μ.Χ., στη νήσο της Αγίας Γλυκερίας κοντά στον Ακρίτα.

Επανέκαμψε στην Κωνσταντινούπολη επί βασιλέως Μιχαήλ του Τραυλού (820 - 829 μ.Χ.) και εγκαταστάθηκε σε κάποιο μετόχι στο βόρειο τμήμα της πόλεως, το οποίο πιθανώς ανήκε στη μονή Πελεκητής. Προς τον Όσιο έγραφε συνεχώς ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (βλέπε 11 Νοεμβρίου). Ο Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής κοιμήθηκε με ειρήνη στον τόπο που είχε εγκατασταθεί.

Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος

Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.

Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (τιμάται 20 Νοεμβρίου), ασκώντας το έργο του οξυγράφου.

Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους. Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.

Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος

 

Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.

Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο. Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του. Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.

Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.

Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.

Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.

Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.

Άγιος Ελπιδηφόρος

Άγιος Ελπιδηφόρος

 

Ο Άγιος Ελπιδηφόρος (ή Ελπιδοφόρος) μαρτύρησε δια ξίφους.

Άγιοι Δίος, Βυθόνιος και Γάλυκος

Τα βιογραφικά στοιχεία των Αγίων είναι συγκεχυμένα. Στό Λαυρεωτικό Κώδικα Ι 70 η μνήμη τους συνοδεύεται με αυτή του Μάρτυρα Ίλαρίωνα, ο όποιος άλλου δεν μνημονεύεται. Σύμφωνα λοιπόν με τον Κώδικα αυτό, οι Άγιοι αυτοί, αυθόρμητα παρουσιάστηκαν στον άρχοντα της πόλης τους και του έκαναν δριμύτατη παρατήρηση, διότι θα θυσίαζε στα είδωλα. και συγχρόνως ομολόγησαν ότι είναι χριστιανοί. Ο δε πονηρός άρχοντας τους είπε να έλθουν στη γιορτή των ειδώλων και αφού θυσιάσουν σ' αυτά, θα έκανε ό,τι αυτοί του έλεγαν. Οι Άγιοι προσποιήθηκαν ότι θα πήγαιναν.

Όταν όμως άρχισε η γιορτή και ήλθε η ώρα να θυσιάσουν, οι Άγιοι έριξαν κάτω τα είδωλόθυτα και συνέτριψαν τους ειδωλολατρικούς βωμούς. Τότε οι φτωχοί της πόλης, έτρεξαν και άρπαξαν το χρυσάφι από τους κατεστραμμένους βωμούς και έφαγαν όλα τα είδωλόθυτα.

Όταν το είδε αυτό ο άρχοντας και οι ειδωλολάτρες, το θεώρησαν μεγάλη προσβολή. Τους έδεσαν λοιπόν με σχοινιά και για τρεις ημέρες τους έσερναν μέσα στους δρόμους της πόλης, και τους χτυπούσαν αλύπητα με πέτρες, ξύλα, και τους έκοβαν με τα δόντια τις σάρκες τους. Στο τέλος, αφού τους έδεσαν με ογκόλιθους, τους έριξαν μέσα στη θάλασσα. Αλλά άγγελος Κυρίου τους ανέσυρε σώους και αβλαβείς. Μπροστά σ' αυτό το θαύμα, πολλοί ειδωλολάτρες έγιναν χριστιανοί. Κατόπιν όμως, οι πιο πωρωμένοι άπ' αυτούς, τους αποκεφάλισαν και έτσι έλαβαν τα στεφάνια του μαρτυρίου.

Άλλοι Συναξαριστές όμως γράφουν, ότι ο μεν Βιθόνιος μαρτύρησε αφού τον έριξαν στη θάλασσα, ο δε Γάλυκος αφού τον έριξαν στα θηρία, και ο Δίος μαρτύρησε αφού δέχτηκε μια κεραμίδα στο κεφάλι.

Όσιος Ιλλυριός

Ο Όσιος Ιλλυριός ασκήτεψε στο όρος του Μυρσινώνος και απεβίωσε ειρηνικά.

Άγιος Παύλος ο Ρώσος ο Απελεύθερος

Ο Άγιος Νεομάρτυς Παύλος καταγόταν από τη Ρωσία. Αιχμαλωτίσθηκε σε παιδική ηλικία από τους Τάταρους, από τους οποίους τον αγόρασε κάποιος Χριστιανός της Κωνσταντινουπόλεως και τον άφησε ελεύθερο. Στη Βασιλεύουσα ο Άγιος νυμφεύθηκε Ρωσίδα γυναίκα, που ήταν πρώτα αιχμάλωτη, μετά της οποίας ζούσε βίο ευσεβή και φιλόθεο.

Όμως ο Άγιος, που έπασχε από τη νόσο της επιληψίας, κάποια στιγμή σε ώρα κρίσεως, ενώ οι γείτονές του τον οδηγούσαν στο ναό της Θεομήτορος της επιλεγομένης του Μογλουνίου, όταν συνάντησε στον δρόμο κάποιους Τούρκους, άρχισε να ζητά βοήθεια από αυτούς και να φωνάζει «Είμαι Αγαρηνός».

Οι Τούρκοι ανέφεραν τα συμβάντα στον βεζίρη, ο οποίος διέταξε την σύλληψη του Αγίου Παύλου και τον ιερέων του ναού. Όταν ο Άγιος συνήλθε από την κρίση της ασθένειάς του, οδηγήθηκε ενώπιον του άρχοντος, ο οποίος του ζήτησε να ομολογήσει επίσημα το Μουσουλμανισμό, υποσχόμενος πλούτο και τιμές και απειλώντας με βασανιστήρια και θάνατο. Ο Παύλος, ενδυναμούμενος και από την σύζυγό του, ομολόγησε με παρρησία το Όνομα του Χριστού. Έτσι τον έριξαν στη φυλακή και τον βασάνισαν. Αφού κήρυξε και πάλι την πίστη του στον Χριστό μπροστά στο βεζίρη, τη Μεγάλη Παρασκευή του έτους 1683 μ.Χ., οδηγήθηκε δέσμιος στον ιππόδρομο Ατμεϊντάν, όπου του απέκοψαν την τίμια κεφαλή του.

Μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Ιωάννης Καρυοφύλλης.

Όσιος Νεκτάριος του Μπεζέτσκ

Ο Όσιος Νεκτάριος του Μπεζέτσκ έζησε στη Ρωσία και ήταν μοναχός στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος του Σεργίου. Στα μέσα του 15ου αιώνος μ.Χ. εγκαταστάθηκε σε ένα πυκνό δάσος, στο υψηλότερο μέρος της περιοχής του Μπεζέτσκ, όπου ασκήτεψε θεοφιλώς.

Εκεί συγκεντρώθηκε πλήθος μοναχών, οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα έχτισαν μια Εκκλησία αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Το νέο μοναστήρι ήταν ένα από τα φτωχότερα και σύμφωνα με το Χρονικό της μονής κτίσθηκε με δάκρυα, νηστεία και αγρυπνία. Με ομόφωνη απόφαση όλων των αδελφών της μονής, ο Όσιος Νεκτάριος επιλέχθηκε ως ηγούμενος.

Ο Όσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1492 μ.Χ.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Αμαράντου Ρόδου

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Αμαράντου Ρόδου

 

Η ιερά εικόνα της Παναγίας του Αμαράντου Ρόδου τιμάται στη Μόσχα, στο Βορονέζ και σε άλλες πόλεις της Ρωσίας, όπου φυλάσσονται αντίγραφα αυτής. Στην εικόνα η Υπεραγία Θεοτόκος κρατά το Θείο Βρέφος στο δεξί της χέρι και στο αριστερό της χέρι υπάρχει ένα μπουκέτο από κρίνους. Αυτό το μπουκέτο συμβολικά δηλώνει το αμάραντο άνθος της παρθενίας της Αειπαρθένου.

Αγία Αγάπη η παρθενομάρτυς

Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο της Αγίας.

Σύναξη της Παναγίας της Θεοσκέπαστης στην Άνδρο

Κάτασπρη και μεγαλόπρεπη υψώνεται κοντά στο όμορφο λιμάνι η Εκκλησιά της Παναγίας της Θεοσκέπαστης, που γιορτάζει του Ακαθίστου Ύμνου.

Σύμφωνα με την παράδοση ένα φουρτουνιασμένο βράδυ η εικόνα της Παναγίας ερχόταν από το πέλαγος προς την ακρογιαλιά με ένα παράξενο φώς. Άνθρωποι του νησιού ακολούθησαν το φώς που τους οδήγησε σε μια μικρή σπηλιά. Έκπληκτοι, μέσα στην σπηλιά, πάνω σε φύκια, είδαν την εικόνα της Παναγίας. Την προσκύνησαν και την μετέφεραν στο παρεκκλήσι του Αγίου Αθανασίου.

Σύναξη της Παναγίας της Θεοσκέπαστης στην Άνδρο

 

Την άλλη μέρα όμως η εικόνα γύρισε στην σπηλιά της! Έτσι, οι νησιώτες αποφάσισαν να χτίσουν Ναό πάνω από την σπηλιά. Οι εργασίες για την ανέγερση του ναού έγιναν με γοργούς ρυθμούς και η Εκκλησιά ήταν σχεδόν έτοιμη σε ελάχιστο χρόνο. Έλειπε όμως η σκεπή, γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Η ίδια η Παναγία φρόντισε γι’ αυτό.

Ένα καράβι φορτωμένο με ξυλεία κινδύνευσε ανοιχτά στο πέλαγος έξω από την Άνδρο. Ο καπετάνιος μαζί με τους ναυτικούς παρακαλούσαν την Παναγία να τους σώσει από τον επικείμενο κίνδυνο. Φωτισμένος ο καραβοκύρης έριξε την ξυλεία στη θάλασσα. Έτσι το πλοίο σώθηκε. Η ξυλεία σιγά σιγά βγήκε στην ακτή κοντά στην σπηλιά, για να σκεπάσουν οι μάστορες την ξεσκέπαστη Εκκλησία. Επειδή η ξυλεία βρέθηκε αναπάντεχα και μάλιστα στην ώρα της, πραγματικά θεόσταλτη, η Εκκλησία της Παναγίας ονομάστηκε «Θεοσκέπαστη». Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Σύρου.

Σύναξη της Παναγίας της Ακαθής στην Σχοινούσα

Το όνομα «Ακαθή» υπάρχει σχεδόν μόνο στη Σχινούσα και προέρχεται από μία εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται εκεί. Της Παναγίας της Ακαθής, όπως την λένε. Και λέγεται έτσι, επειδή είναι από τις λίγες εικόνες που ο Χριστός αντί να τον κρατά αγκαλιά η Παναγία, στέκει όρθιος μπροστά της. Δηλαδή Ακάθιστος.

Η εικόνα αυτή πήγε στη Σχινούσα από τη Σαντορίνη, που κι εκεί βρέθηκε με θαυματουργικό τρόπο.

Μια γυναίκα, κάτοικος της Σαντορίνης, άκουγε κατά καιρούς από ένα συγκεκριμένο σημείο του σπιτιού της χτυπήματα στον τοίχο. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά δεν έδωσε ως φαίνεται και την πρέπουσα σημασία.

Σύναξη της Παναγίας της Ακάθης στην Σχοινούσα

 

Ένα βράδυ λοιπόν είδε ένα όνειρο. Της παρουσιάστηκε μια γυναίκα και της είπε ότι είναι η Παναγία η Ακαθή και γιορτάζει του Ακαθίστου. Να σκάψει της είπε στο σημείο που ακούει το κτύπημα.Έσκαψε λοιπόν η γυναίκα αυτή και βρήκε ένα κούφωμα και μέσα την εικόνα μαζί με ένα καντηλάκι και σταμνάκι με λάδι.

Την εποχή εκείνη η Σαντορίνη ήταν πολύ φτωχό νησί και οι κάτοικοί της τα έφερναν πολύ δύσκολα βόλτα. Ακούγοντας λοιπόν στο χωριό για την θαυματουργή εικόνα έτρεχαν όλοι να προσκυνήσουν και κάτι άφηναν στη γυναίκα. Άλλος λίγο λάδι, άλλο κάποια λεφτά. Με τον τρόπο αυτό ζούσε τώρα η γυναίκα που βρήκε την εικόνα καλύτερα.

Κάποτε σκέφθηκε να πάρει την εικόνα και να τη φέρει στα γύρω νησιά και ο κόσμος που προσκυνούσε άφηνε τον οβολό του. Πήγε λοιπόν σε κάποια περιοδεία της και στη Σχινούσα και επειδή εκεί την καλοδέχτηκαν και της έδωσαν ίσως και κάποια δουλειά — το νησάκι ήταν εύφορο και υπήρχε δουλειά για όλους — αποφάσισε να εγκατασταθεί.

Την εικόνα την είχε πάντα στο σπίτι της και κατά κάποιο τρόπο την εκμεταλλευόταν. Σε κάποια επίσκεψή του όμως εκεί ο Σεβασμιώτατος Θήρας Γαβριήλ δεν του άρεσε αυτή η εκμετάλλευση που γινόταν. Έκαμε λοιπόν τις απαιτούμενες ενέργειες και η εικόνα μεταφέρθηκε στην ενορία του νησιού που ήταν αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου.

Σήμερα η εκκλησία γιορτάζει την Παρασκευή του Ακαθίστου και γίνεται μεγάλη πανήγυρις.

Σύναξη της Παναγίας της Πλατσανής στην Οία της Σαντορίνης

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Πλατσανής είναι αφιερωμένος στον Ακάθιστο Ύμνο της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Το έτος 626 μ.Χ. αμέτρητες ορδές Αράβων και Περσών περικύκλωσαν την Κωνσταντινούπολη, όμως οι ελάχιστοι υπερασπιστές της ενθαρρυνόμενοι από τον Πατριάρχη Σέργιο και βοηθούμενοι από την Παναγία, κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους επιδρομείς. Ύστερα από τη νίκη αυτή όλοι οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης συγκεντρώθηκαν στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, και όλη τη νύκτα έψαλαν τον Ακάθιστο Ύμνο ευχαριστώντας Την για την Προστασία της πόλεως. Οι εκκλησιαζόμενοι όλη τη νύκτα έψαλαν χωρίς να καθίσουν, γι αυτό και ο ύμνος ονομάστηκε «Ακάθιστος».

αρχικά ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Πλατσανής ήταν κτισμένος στην άκρη του χωριού μέσα στο κάστρο, εκεί που σήμερα όλοι οι επισκέπτες της Σαντορίνης μαζεύονται καθημερινά για να απολαύσουν το καταπληκτικό ηλιοβασίλεμα της Οίας. Με τον καταστροφικό σεισμό όμως της 9ης Ιουλίου 1956 μ.Χ. ο Ναός γκρεμίστηκε και επειδή το έδαφος στο σημείο αυτό δεν είναι σταθερό η εκκλησία ξανακτίστηκε στο κέντρο του χωριού.

Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται στο τέμπλο βρέθηκε στη θάλασσα. Κάποιος ψαράς την ώρα που ψάρευε είδε καταμεσής στο πέλαγος ένα φως που έμοιαζε με αναμένο καντήλι. Πηγαίνοντας κοντά είδε την εικόνα της Παναγίας η οποία όμως όσο την πλησίαζε απομακρυνόταν. Τότε ειδοποίησε τους ιερείς και τους κατοίκους του χωριού οι οποίοι με δεήσεις και παρακλήσεις, με θυμιάματα και λαμπάδες κατέβηκαν στον αιγιαλό και με ευλάβεια μεγάλη μετέφεραν την εικόνα σε εκκλησία του χωριού.

Σύναξη της Παναγίας της Πλατσανής στην Οία της Σαντορίνης

 

Την άλλη μέρα όταν πήγε να ανάψει τα καντήλια ο ιερέας δεν βρήκε στο Ναό τη νεοφανή εικόνα. Ύστερα από έρευνες αρκετών ωρών η εικόνα βρέθηκε στα τείχη του κάστρου απ’ όπου μεταφέρθηκε πάλι στο Ναό. Αλλά και πάλι την επόμενη μέρα οι κάτοικοι τη βρήκαν στο κάστρο, τη μετέφεραν ξανά στο Ναό και έτσι ακολούθησε πολλές φορές η μεταφορά μέχρι που οι κάτοικοι αποφάσισαν να συνεισφέρουν όλοι για να κτιστεί η εκκλησία στο μέρος όπου η ίδια η Παναγία είχε διαλέξει για να βλέπει τις θάλασσες από όπου είχε έρθει και για να ευλογεί τα ιστιοφόρα που ξεκινούσαν να φύγουν για τα μακρινά τους ταξίδια. Το όνομα «Πλατσανή» της το έδωσαν από το θόρυβο «πλατς - πλατς» που έκαναν τα κύματα όταν κτυπούσαν την εικόνα στη θάλασσα όπου βρέθηκε.

Όλα τα Ιερά σκεύη είναι αφιερώματα ευσεβών Οιατών, κυρίως ναυτικών, για να τους προστατεύει στα ταξίδια τους. Τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από την Ορθόδοξη Ρωσία, όπου με τα ιστιοφόρα τους μετέφεραν το φημισμένο κρασί της Σαντορίνης. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο. Υπάρχει πάνω σ’ αυτό η χρονολογία 1820 μ.Χ. η οποία όμως είναι πιθανόν η χρονολογία επιχρύσωσής του, γιατί η κατασκευή του τοποθετείται από τους ειδικούς πολύ παλαιότερα. Η Αγιογράφηση του ναού έγινε σε τρία στάδια από Θηραίους αγιογράφους.

Σύναξη της Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον» στον Πειραιά

Η ιστορία της ενορίας Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον» Πειραϊκής, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παλαιών κατοίκων της περιοχής, αρχίζει περίπου το έτος 1890 μ.Χ., όταν κάποιος ψαράς ανέσυρε μία παλαιά εικόνα από τα βράχια της Πειραϊκής η οποία εικόνιζε την Παναγία να κρατά τον Χριστό, καθήμενο σε παιδική ηλικία, κρατώντας στο χέρι ένα «Ρόδον». Το γεγονός έγινε αμέσως γνωστό στην περιοχή. Μια ευλαβής οικογένεια, ονομαζόμενη Κατσαρού, έχοντας την επιθυμία να προσφέρει «οίκον» προς στέγαση της εικόνας της Παναγίας, με ιδία πρωτοβουλία έκτισε ιδιωτικό παρεκκλήσιο με το όνομα Παναγία «Ρόδον Αμάραντον». Εκεί στεγάσθηκε η παλαιά αυτή εικόνα και λατρεύθηκε από τους κατοίκους της περιοχής.

Πέρασαν τα χρόνια, ολοένα και περισσότερος κόσμος συνέρεε στην περιοχή και υπήρξε ανάγκη να δημιουργηθεί ενορία που θα δεχθεί τους πιστούς. Μέχρι τότε, η ευρύτερη περιοχή του Πειραιά υπήγετο εκκλησιαστικά στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Το πρόβλημα διευθετήθηκε με τη δωρεά της οικογένειας Κουτσοδόντη η οποία διέθεσε το οικόπεδο για να κτισθεί σε πρώτη μορφή (ο ισόγειος) ο Ιερός Ναός και να δημιουργηθεί η νέα ενορία. Στα επόμενα έτη απαιτήθηκαν αγώνες, και κατεβλήθησαν κόποι και θυσίες για να δοθεί η άδεια κάτι το οποίο επετεύχθει επι δημαρχίας Σκυλίτση.

Σύναξη της Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον» στον Πειραιά

 

Το 1973 μ.Χ., ο μακαριστός Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ Χρυσόστομος ο Α΄ τέλεσε τα θυρανοίξια του νέου Ιερού Ναού και τον παρέδωσε προς λατρεία στους ενορίτες πιστούς. Λίγο πριν τα θυρανοίξια, δια Αρχιερατικού γράμματος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, έγινε και επισήμως ενορία ξεχωριστή, η ενορία της Παναγίας Ρόδο Αμάραντο.

Ο πρώτος Ιερός Ναός λειτουργεί κανονικά μέχρι το έτος 1983 μ.Χ. όταν αποφασίζεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο να οικοδομηθεί νέος, λαμπρότερος και μεγαλύτερος Ναός πάνω από το ισόγειο. Στο διάστημα αυτό, έχουν διακονήσει αρκετοί ιερείς που έδωσαν ο καθένας την προσωπική του σφραγίδα για την αποπεράτωση, την καλή λειτουργία και ευταξία του οίκου του Θεού: ο αείμνηστος π. Αντώνιος, ο π. Μάξιμος, μετέπειτα Μητροπολίτης Σερρών, ο π. Μιχαήλ Βασιλάκης, ο π. Χαράλαμπος Πετρόγγονας, ο π. Ευάγγελος Μισαργόπουλος, ο π. Ιάκωβος Φραγκιαδάκης, ο αείμνηστος π. Στέφανος Μιχαηλίδης, ο π. Αντώνιος Βάλβης, ο π. Γερμανός Αδραχτάς, ο π. Βενέδικτος, ο οποίος και εργάσθηκε επιμελώς για την ανέγερση του ισογείου του Ναού αλλά και του νέου μεγαλύτερου Ναού. Το έργο για την αποπεράτωση του Ναού όπως αυτός υπάρχει σήμερα διήρκεσε 2 έτη. Προϊστάμενος του Ναού κατά τα έτη αυτά και μέχρι σήμερα είναι ο π. Μιχαήλ Χαλάς με συνεφημέριο τον π. Ιωάννη Μαυροκουκουλάκη.

Το 1986 μ.Χ., ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ. Καλλίνικος τελεί τα θυρανοίξια και εγκαίνια του νέου λαμπρού Ιερού Ναού της Παναγίας «Ρόδον Αμάραντον», που εορτάζει κάθε χρόνο στον Ακάθιστο Ύμνο.

Το ισόγειο παρεκκλήσιο του Ναού μετονομάστηκε σε «Ταξιάρχη Μιχαήλ της Σύμης» και πανηγυρίζει στις 9 Νοεμβρίου. (Η μετονομασία έγινε διότι ο Ταξιάρχης Μιχαήλ της Σύμης τιμάται ιδιαιτέρως από τους Συμιακούς πολλοί εκ των οποίων διαβιούν στην περιοχή της Πειραϊκής).

ΠΗΓΗ: saint.gr