Μπορεί από την Πέμπτη να αναμένεται σταδιακή πτώση της θερμοκρασίας, ωστόσο η αίσθηση ανακούφισης δεν θα είναι άμεση. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι θα απαιτηθούν αρκετές ημέρες για να αποβληθεί η θερμότητα που έχει συσσωρευτεί στα κτίρια και στις αστικές επιφάνειες, εφόσον δεν εκδηλωθεί νέο κύμα καύσωνα.
Η παρατεταμένη έκθεση των κατασκευών σε υψηλές θερμοκρασίες προκαλεί έντονη θερμική καταπόνηση, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ρωγμές, παραμορφώσεις υλικών και διατήρηση αυξημένων θερμοκρασιών στο εσωτερικό των κτιρίων για ώρες μετά τη δύση του ήλιου.
Θερμική κάμερα αποτυπώνει την πραγματική εικόνα
Η εικόνα της Αθήνας μεταβάλλεται εντυπωσιακά όταν καταγράφεται με θερμική κάμερα. Στο Πεδίον του Άρεως, εκεί όπου με γυμνό μάτι το τοπίο φαίνεται φυσιολογικό, η θερμική απεικόνιση αποκαλύπτει επιφανειακές θερμοκρασίες που φτάνουν έως και τους 57 βαθμούς Κελσίου ήδη από τις 11 το πρωί.
Αντίστοιχες καταγραφές σημειώνονται σε κεντρικούς οδικούς άξονες, όπως η λεωφόρος Αλεξάνδρας και η Πατησίων, όπου το οδόστρωμα και τα δομικά υλικά απορροφούν και συγκρατούν μεγάλες ποσότητες θερμότητας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πλατείας Συντάγματος, όπου θερμόμετρο που τοποθετήθηκε κοντά στο σιντριβάνι κατέγραψε ταχεία άνοδο της θερμοκρασίας, αποτέλεσμα τόσο της έντονης ηλιακής ακτινοβολίας όσο και της θερμότητας που εκπέμπουν υλικά όπως το τσιμέντο, το μάρμαρο και τα μεταλλικά στοιχεία.
Τα υλικά αυτά λειτουργούν ως «αποθήκες» θερμότητας, απορροφώντας ενέργεια κατά τη διάρκεια της ημέρας και αποδίδοντάς την σταδιακά ακόμη και μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι, η αίσθηση δυσφορίας που βιώνουν οι πολίτες είναι αισθητά εντονότερη από τις τιμές που καταγράφουν οι μετεωρολογικοί σταθμοί.
Το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας
Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «αστική θερμική νησίδα» και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τις σύγχρονες πόλεις κατά τη διάρκεια παρατεταμένων περιόδων ζέστης.
Όπως εξηγεί ο ερευνητής του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και πυρομετεωρολόγος Θοδωρής Γιανναρός, η θερμότητα που απορροφούν οι αστικές επιφάνειες δεν απομακρύνεται εύκολα τη νύχτα.
«Η θερμότητα που έχει απορροφηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας επανεκπέμπεται και παγιδεύεται, καθώς δεν μπορεί να διαφύγει στο διάστημα. Ως αποτέλεσμα, καταγράφονται υψηλές ελάχιστες θερμοκρασίες. Η διαφορά μεταξύ του κέντρου της Αθήνας και περιοχών όπως η Παιανία μπορεί να ξεπεράσει τους 5 έως 6 βαθμούς Κελσίου», σημείωσε.
Οι πόλεις λειτουργούν ουσιαστικά ως θερμοκήπια κατά τη διάρκεια της νύχτας, δυσχεραίνοντας την αποβολή της θερμότητας τόσο από τα κτίρια όσο και από τον ανθρώπινο οργανισμό.
Οι παρεμβάσεις που προτείνουν οι ειδικοί
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συνδυασμένες παρεμβάσεις στον αστικό σχεδιασμό και στις κατασκευές.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Φυσικής Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνο Καρτάλη, καθοριστικής σημασίας είναι η ενίσχυση της θερμομόνωσης των κτιρίων, η αύξηση των χώρων πρασίνου και ο περιορισμός της κυκλοφορίας οχημάτων σε πυκνοδομημένες περιοχές.
Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται και η ανάπτυξη πράσινων οροφών, οι οποίες μπορούν να μειώσουν τη θερμοκρασία του αέρα πάνω από ένα κτίριο κατά 1,5 έως 3 βαθμούς Κελσίου και τη θερμοκρασία της ταράτσας έως και κατά 10 έως 15 βαθμούς.
Αυξημένος κίνδυνος για την υγεία
Η θερμική επιβάρυνση επηρεάζει άμεσα και την ανθρώπινη υγεία. Όταν οι νυχτερινές θερμοκρασίες παραμένουν υψηλές, ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να ανακάμψει από τη θερμική καταπόνηση της ημέρας, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων υγείας.
Ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες είναι τα παιδιά κάτω των πέντε ετών και οι ηλικιωμένοι άνω των 70 ετών, ενώ για άτομα άνω των 80 ετών ο κίνδυνος μπορεί να είναι έως και 20 φορές μεγαλύτερος.
Οι ειδικοί συστήνουν την αποφυγή άσκοπων μετακινήσεων κατά τις θερμότερες ώρες της ημέρας, την επαρκή ενυδάτωση και την παραμονή σε σκιερούς ή κλιματιζόμενους χώρους, όταν οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές.