Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να μετατρέψει το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» σε έναν μόνιμο, παγκόσμιο μηχανισμό διαχείρισης συγκρούσεων, εξέλιξη που προκαλεί σοβαρές ανησυχίες σε νομικούς και διπλωματικούς κύκλους, καθώς θεωρείται ότι κινείται στα όρια του διεθνούς δικαίου και λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τον ΟΗΕ.
Αρχικά, το Συμβούλιο είχε εγκριθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Νοέμβριο του 2025, μέσω του Ψηφίσματος 2803, αποκλειστικά ως προσωρινό εργαλείο για την εποπτεία της εκεχειρίας και την ανοικοδόμηση στη Γάζα, με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα έως το τέλος του 2027. Ωστόσο, η νέα ιδρυτική χάρτα που στάλθηκε σε δεκάδες χώρες δεν περιλαμβάνει πλέον καμία αναφορά στη Γάζα, γεγονός που καταδεικνύει τη μετατόπιση του ρόλου του Συμβουλίου σε παγκόσμια κλίμακα.
Σύμφωνα με το καταστατικό, ο Τραμπ ορίζεται ιδρυτικός πρόεδρος εφ’ όρου ζωής, με εκτεταμένες αρμοδιότητες: αποφασίζει για την ένταξη ή την αποβολή κρατών, έχει δικαίωμα βέτο σε όλες τις αποφάσεις και μπορεί να ορίσει τον διάδοχό του. Η μόνιμη συμμετοχή προϋποθέτει οικονομική εισφορά τουλάχιστον 1 δισ. δολαρίων, ένα μοντέλο που διπλωμάτες περιγράφουν ως «παγκόσμια διακυβέρνηση επί πληρωμή».
Στο προοίμιο της χάρτας γίνεται λόγος για αποτυχία υφιστάμενων θεσμών και ανάγκη υπέρβασης δομών που «δεν αποδίδουν», χωρίς να κατονομάζεται ο ΟΗΕ. Ειδικοί, ωστόσο, εκτιμούν ότι το μήνυμα είναι σαφές και ότι πρόκειται για έμμεση αμφισβήτηση του διεθνούς συστήματος που έχει οικοδομηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότι η ίδια η νομική βάση της πρωτοβουλίας αντλείται από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Περίπου 60 χώρες έχουν λάβει πρόσκληση συμμετοχής, μεταξύ των οποίων κράτη του ΝΑΤΟ, χώρες της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν από τα πρώτα που δήλωσαν συμμετοχή, ενώ το Κρεμλίνο άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο ένταξης της Ρωσίας, εξέλιξη που εντείνει τις ανησυχίες σε δυτικές πρωτεύουσες. Αντίθετα, χώρες όπως η Γαλλία, η Νορβηγία, η Σουηδία και –σύμφωνα με ιταλικά μέσα– η Ιταλία, έχουν εκφράσει πρόθεση μη συμμετοχής, επικαλούμενες θεσμικούς και συνταγματικούς λόγους.
Η Ελλάδα, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξετάζει το θέμα με προσοχή, καθώς το νέο σχήμα αποκλίνει από το πλαίσιο του σχετικού ψηφίσματος του ΟΗΕ και δημιουργεί μια παράλληλη δομή διεθνούς διακυβέρνησης. Το δίλημμα για πολλές χώρες είναι αν θα απορρίψουν την πρωτοβουλία, με πιθανό πολιτικό κόστος, ή αν θα συμμετάσχουν, αποδεχόμενες όμως έναν μηχανισμό που συγκεντρώνει υπερεξουσίες σε ένα πρόσωπο.
Για αρκετούς αναλυτές, το εγχείρημα μοιάζει λιγότερο με πολυμερή οργανισμό και περισσότερο με κλειστό κλαμπ ισχύος, όπου η πολιτική επιρροή συνδέεται άμεσα με οικονομικές εισφορές και πολιτική ευθυγράμμιση. Το αν θα εξελιχθεί σε πραγματικό αντίπαλο του ΟΗΕ ή θα παραμείνει μια φιλόδοξη αλλά ασταθής πρωτοβουλία θα κριθεί από το εύρος της διεθνούς συμμετοχής. Σε κάθε περίπτωση, τίθεται εκ νέου το θεμελιώδες ερώτημα για το ποιος καθορίζει πλέον τους κανόνες της διεθνούς ειρήνης: οι θεσμοί ή οι ισχυροί παίκτες του διεθνούς συστήματος.