Η νέα πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες για την επανεκκίνηση των συνομιλιών στο Κυπριακό προκαλεί αντικρουόμενες προσεγγίσεις στην Τουρκία, με αναλυτές να διατυπώνουν διαφορετικές εκτιμήσεις τόσο για τη στρατηγική της Άγκυρας όσο και για τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πρώην Τούρκος διπλωμάτης Σελίμ Κουνεράλπ ασκεί έντονη κριτική στην τουρκική πολιτική για το Κυπριακό, υποστηρίζοντας ότι οι πρόσφατες συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ κατέληξαν χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, επιβεβαιώνοντας –όπως αναφέρει– τη διαχρονική αδυναμία της Άγκυρας να επιλύσει σημαντικά εσωτερικά και εξωτερικά ζητήματα.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός πως το Κυπριακό δεν κυριαρχεί πλέον στη δημόσια συζήτηση όσο στο παρελθόν, η τουρκική κυβέρνηση εξακολουθεί να παραμένει προσκολλημένη στις πάγιες θέσεις της, χωρίς να αξιοποιεί το μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών που, κατά την άποψή του, έχει πλέον στη διάθεσή της. Παράλληλα, εκφράζει την άποψη ότι η επιμονή στην αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» της τουρκοκυπριακής πλευράς δυσχεραίνει την προοπτική επίτευξης συμφωνίας.
Σε διαφορετικό μήκος κύματος κινείται η φιλοκυβερνητική εφημερίδα Sabah, η οποία παρουσιάζει το Κυπριακό ως μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε άρθρο με ιδιαίτερα αιχμηρή ρητορική, υποστηρίζεται ότι η στρατηγική σημασία της Κύπρου έχει ενισχυθεί λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και των αμυντικών συνεργασιών που αναπτύσσονται στην περιοχή.
Ο αρθρογράφος της εφημερίδας επικεντρώνει την κριτική του στη συνεργασία της Κυπριακής Δημοκρατίας με το Ισραήλ και την Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι το Τελ Αβίβ ενισχύει την παρουσία του στο νησί μέσω επενδύσεων, στρατιωτικών συνεργασιών και αμυντικών προγραμμάτων. Παράλληλα, αναφέρεται σε αγορές ακινήτων από Ισραηλινούς πολίτες και σε στρατιωτικές δραστηριότητες που, σύμφωνα με τον ίδιο, πραγματοποιούνται στην Κύπρο.
Στο ίδιο πλαίσιο, γίνεται λόγος για την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας με ισραηλινά και γαλλικά οπλικά συστήματα, με τον αρθρογράφο να παρουσιάζει τις εξελίξεις αυτές ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που αφορά την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Καταλήγοντας, η φιλοκυβερνητική ανάλυση επαναλαμβάνει την πάγια τουρκική θέση ότι δεν μπορεί να υπάρξει οριστική διευθέτηση του Κυπριακού χωρίς την αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» και του ισότιμου διεθνούς καθεστώτος της τουρκοκυπριακής πλευράς, αναδεικνύοντας το χάσμα που εξακολουθεί να χωρίζει τις δύο πλευρές στο ζήτημα.