Σε μια λύση που παραπέμπει στην εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στρέφεται η Ρωσία για την προστασία κρίσιμων υποδομών από τις επιθέσεις ουκρανικών drones. Πρόκειται για προσδεδεμένα αερόστατα, τα οποία ανυψώνουν στον αέρα ένα πλέγμα από ανθεκτικά σχοινιά, με στόχο να παγιδεύουν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη πριν αυτά φτάσουν στον στόχο τους.
Η τεχνολογία θυμίζει τα αερόστατα φραγμού που χρησιμοποιήθηκαν ευρέως κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως στη Βρετανία, για την προστασία πόλεων και στρατηγικών εγκαταστάσεων από εχθρικά αεροσκάφη. Η σύγχρονη εκδοχή, ωστόσο, έχει σχεδιαστεί για μια διαφορετική απειλή: μικρά UAV που πετούν σε χαμηλό ύψος.
Το σύστημα αναπτύσσεται από τη ρωσική εταιρεία επιστημονικής και παραγωγικής έρευνας «Spets-Radio» και προορίζεται κυρίως για την προστασία διυλιστηρίων πετρελαίου και άλλων κρίσιμων εγκαταστάσεων.
Πώς λειτουργεί το εναέριο φράγμα
Η λειτουργία του συστήματος βασίζεται σε δύο ή περισσότερα προσδεδεμένα αερόστατα, τα οποία ανυψώνονται πάνω από την εγκατάσταση. Ανάμεσά τους τεντώνεται ένα οριζόντιο συρματόσχοινο, από το οποίο κρέμονται κάθετα σχοινιά από Kevlar, δημιουργώντας μια πυκνή «κουρτίνα» στον αέρα.
Σε δοκιμή που παρουσιάστηκε στη ρωσική τηλεόραση χρησιμοποιήθηκαν δύο αερόστατα, χωρητικότητας περίπου 150 κυβικών μέτρων το καθένα, τα οποία ανυψώθηκαν σε ύψος περίπου 100 μέτρων. Μεταξύ τους τοποθετήθηκε κατασκευή μήκους περίπου 100 μέτρων.
Όταν ένα drone σταθερής πτέρυγας επιχείρησε να περάσει μέσα από το φράγμα, τα σχοινιά μπλέχτηκαν στην έλικα, προκαλώντας ζημιές στο UAV, το οποίο τελικά παρέμεινε κρεμασμένο από την κατασκευή.
Σύμφωνα με τους Ρώσους σχεδιαστές, τα σχοινιά μπορούν να αντέξουν φορτίο έως και 800 κιλά, ενώ η μεταξύ τους απόσταση μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το μέγεθος του drone που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Μεταβλητό ύψος ανάλογα με την απειλή
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος είναι η δυνατότητα μεταβολής του ύψους του εναέριου φράγματος.
Με τη βοήθεια ραντάρ ή οπτικών συστημάτων εντοπίζεται το εισερχόμενο drone και υπολογίζεται το ύψος στο οποίο κινείται. Στη συνέχεια, αυτόματα βαρούλκα μπορούν να ανεβάζουν ή να κατεβάζουν τα αερόστατα, ώστε το πλέγμα των σχοινιών να βρεθεί στην πορεία του UAV.
Έτσι, το σύστημα δεν λειτουργεί απλώς ως ένα στατικό εμπόδιο πάνω από μια εγκατάσταση, αλλά μπορεί να προσαρμόζει τη θέση του ανάλογα με την κατεύθυνση και το ύψος της απειλής.
Το μεγάλο στοίχημα της μαζικής ανάπτυξης
Η εφαρμογή της συγκεκριμένης τεχνολογίας σε πραγματικές εγκαταστάσεις, ωστόσο, παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις.
Εκπρόσωπος της «Spets-Radio» ανέφερε ότι για την προστασία ενός μεγάλου διυλιστηρίου, όπως εκείνο της Καπότνια στην περιοχή της Μόσχας, θα απαιτούνταν τουλάχιστον δέκα τέτοιες μονάδες.
Για την κάλυψη ενός μεγάλου βιομηχανικού συγκροτήματος, επομένως, δεν αρκούν ένα ή δύο αερόστατα. Απαιτείται ένα εκτεταμένο δίκτυο στον αέρα, σε συνδυασμό με εξοπλισμό εδάφους, συστήματα εντοπισμού και μηχανισμούς ελέγχου.
Παράλληλα, η ρωσική πλευρά αναγνωρίζει ότι σήμερα δεν υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα αερόστατα για την κάλυψη όλων των στρατηγικών εγκαταστάσεων, γεγονός που δημιουργεί ανάγκη για μαζική παραγωγή.
Από τα βομβαρδιστικά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα drones
Η αναβίωση της συγκεκριμένης τεχνολογίας δεν είναι τυχαία. Τα αερόστατα φραγμού χρησιμοποιήθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τη δημιουργία επικίνδυνων ζωνών στον εναέριο χώρο, αναγκάζοντας τα εχθρικά αεροσκάφη είτε να αλλάζουν ύψος είτε να αποφεύγουν συγκεκριμένες περιοχές.
Η ίδια λογική εφαρμόζεται σήμερα απέναντι στα drones. Το σύστημα δεν χρειάζεται απαραίτητα να καταστρέψει το UAV. Αρκεί να του κλείσει τη διαδρομή, να προκαλέσει εμπλοκή στην έλικα ή να το υποχρεώσει να αλλάξει πορεία και ύψος.
Με αυτόν τον τρόπο, η ρωσική αεράμυνα θα μπορούσε να αποκτήσει περισσότερο χρόνο για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση της απειλής, ιδιαίτερα στην περίπτωση χαμηλά ιπτάμενων UAV που είναι δύσκολο να εντοπιστούν έγκαιρα από συμβατικά συστήματα.
Η αναζήτηση οικονομικότερων λύσεων
Η ανάπτυξη των αερόστατων εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια της Ρωσίας να ενισχύσει την προστασία των πετρελαϊκών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων από τις ουκρανικές επιθέσεις με drones μεγάλου βεληνεκούς.
Τα τελευταία χρόνια έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες μορφές φυσικής προστασίας, όπως μεταλλικά και συρμάτινα πλέγματα γύρω από κρίσιμες εγκαταστάσεις. Τα αερόστατα προσφέρουν τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός αντίστοιχου εμποδίου στον αέρα, χωρίς να απαιτείται η κατασκευή ογκωδών σταθερών υποδομών.
Σημαντικός παράγοντας είναι και το κόστος. Η αναχαίτιση ενός σχετικά φθηνού drone με αντιαεροπορικό πύραυλο μπορεί να έχει δυσανάλογα υψηλό κόστος. Ένα παθητικό σύστημα που βασίζεται σε αερόστατα, καλώδια και μηχανισμούς ανύψωσης θα μπορούσε, θεωρητικά, να προσφέρει οικονομικότερη προστασία.
Το ερώτημα της αποτελεσματικότητας
Η ρωσική δοκιμή έδειξε ότι το σύστημα μπορεί να παγιδεύσει ένα drone σταθερής πτέρυγας υπό ελεγχόμενες συνθήκες. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι ένα τέτοιο φράγμα μπορεί από μόνο του να προστατεύσει μια ολόκληρη εγκατάσταση από μια μαζική επίθεση.
Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από παράγοντες όπως το ύψος και η ταχύτητα πτήσης, ο τύπος του UAV, η πυκνότητα του πλέγματος και η έκταση που πρέπει να καλυφθεί.
Ένα drone που εντοπίζει εγκαίρως το εμπόδιο μπορεί επίσης να επιχειρήσει να αλλάξει πορεία ή ύψος. Όσο μεγαλύτερη είναι μια εγκατάσταση, παράλληλα, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις σε αερόστατα και καλώδια.
Έτσι, το σύστημα δεν παρουσιάζεται ως υποκατάστατο των ραντάρ, του ηλεκτρονικού πολέμου ή της αντιαεροπορικής άμυνας, αλλά ως ένα επιπλέον επίπεδο προστασίας.
Η Ρωσία επιχειρεί ουσιαστικά να προσαρμόσει μια τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε απέναντι στα βομβαρδιστικά του 20ού αιώνα στις ανάγκες του σύγχρονου πολέμου των drones. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι αν ένα εκτεταμένο δίκτυο τέτοιων αερόστατων θα μπορούσε να προσφέρει αποτελεσματική προστασία σε μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο στόχαστρο ουκρανικών UAV.