Συναγερμός έχει σημάνει στις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών μετά τη σύλληψη του πρώην επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών BND, Άουγκουστ Χάνινγκ, καθώς εξετάζεται εάν στο τεράστιο απόρρητο υλικό που φέρεται να είχε περιέλθει στην κατοχή του περιλαμβάνονταν πληροφορίες που είχαν μοιραστεί με τη Γερμανία η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με βρετανικά δημοσιεύματα, οι υπηρεσίες πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου επανεξετάζουν τις πληροφορίες που είχαν διαβιβαστεί στην BND, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν εκτεθεί ευαίσθητα δεδομένα ή ακόμη και η ταυτότητα ανθρώπινων πηγών και πρακτόρων.
Η ανησυχία αφορά επομένως όχι μόνο το περιεχόμενο των εγγράφων, αλλά και το ενδεχόμενο να έχουν αποκαλυφθεί δίκτυα συλλογής πληροφοριών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο 80χρονος Χάνινγκ, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της BND από το 1998 έως το 2005 και για χρόνια θεωρούνταν μία από τις πλέον έμπειρες προσωπικότητες του γερμανικού μηχανισμού ασφαλείας.
Οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές τον συνέλαβαν την Τρίτη μαζί με τον πρώην επιτελάρχη του, ο οποίος αναφέρεται ως Μάνφρεντ Ντ. Ο τελευταίος είχε παραμείνει στην BND και εργάστηκε ως επικεφαλής γραφείου για αρκετούς διαδόχους του Χάνινγκ μέχρι τον Μάρτιο του 2026, γεγονός που του έδινε πρόσβαση σε ιδιαίτερα ευαίσθητες πληροφορίες.
Τα περίπου 2.000 έγγραφα στο επίκεντρο
Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή εισαγγελία της Γερμανίας, ο Μάνφρεντ Ντ. φέρεται από το 2010 και για διάστημα αρκετών ετών να παρέδιδε στον πρώην προϊστάμενό του συνολικά περίπου 2.000 έγγραφα.
Πολλά από αυτά φέρονται να περιείχαν διαβαθμισμένες πληροφορίες που προορίζονταν αποκλειστικά για εσωτερική χρήση της BND, μεταξύ των οποίων ενημερώσεις υψηλού επιπέδου προς την ηγεσία της γερμανικής υπηρεσίας και την καγκελαρία.
Οι γερμανικές έρευνες έχουν επίσης δείξει ότι το υλικό αφορούσε, μεταξύ άλλων, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τον ρωσικό στρατό.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στους συμμάχους της Γερμανίας το γεγονός ότι μέρος των πληροφοριών φέρεται να είχε προέλθει από ξένες υπηρεσίες που συνεργάζονταν με την BND. Αυτό σημαίνει ότι στα συγκεκριμένα αρχεία ενδέχεται να μην περιλαμβάνονταν μόνο γερμανικές διαβαθμισμένες πληροφορίες.
Ακριβώς αυτή η παράμετρος έχει κινητοποιήσει τις βρετανικές υπηρεσίες, οι οποίες εξετάζουν εάν ανάμεσα στα έγγραφα που φέρεται να απέκτησε ο Χάνινγκ υπήρχε υλικό βρετανικής ή αμερικανικής προέλευσης.
Ο μεγαλύτερος φόβος: Η έκθεση ανθρώπινων πηγών
Ακόμη σοβαρότερη θεωρείται για τη βρετανική πλευρά η πιθανότητα να έχουν εκτεθεί ανθρώπινες πηγές, δηλαδή πρόσωπα που συνεργάζονται μυστικά με υπηρεσίες πληροφοριών.
Οι υπηρεσίες ασφαλείας χρησιμοποιούν συστήματα διαβάθμισης και «διαμερισματοποίησης» των πληροφοριών, ώστε ακόμη και αξιωματούχοι με υψηλή πρόσβαση να μην έχουν πλήρη εικόνα ενός δικτύου.
Ωστόσο, ο Μάνφρεντ Ντ. είχε υπηρετήσει επί σειρά ετών σε υψηλό επίπεδο της BND και, σύμφωνα με τα βρετανικά δημοσιεύματα, διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της ροής πληροφοριών προς την ηγεσία της υπηρεσίας.
Για τον λόγο αυτό, το ενδεχόμενο να υπήρχαν στα αρχεία στοιχεία για πηγές ή επιχειρήσεις των βρετανικών υπηρεσιών αντιμετωπίζεται ως ιδιαίτερα ευαίσθητο.
Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση ότι έχει αποκαλυφθεί Βρετανός πράκτορας ή ότι συγκεκριμένη βρετανική απόρρητη πληροφορία έχει καταλήξει σε εχθρική υπηρεσία. Οι βρετανικές αρχές επιχειρούν να διαπιστώσουν τι ακριβώς περιείχε το επίμαχο υλικό και ποιος είχε πρόσβαση σε αυτό.
Για ποια ξένη υπηρεσία φέρεται να προορίζονταν οι πληροφορίες
Οι γερμανικές αρχές δεν έχουν ανακοινώσει για ποια ξένη υπηρεσία φέρεται να προορίζονταν οι πληροφορίες.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, σε μία περίπτωση ο Χάνινγκ χρησιμοποίησε διαβαθμισμένες πληροφορίες που φέρεται να είχε λάβει από τον Μάνφρεντ Ντ. για να συντάξει ανάλυση για αξιωματούχο ξένης υπηρεσίας πληροφοριών. Δεν έχει επιβεβαιωθεί εάν η συγκεκριμένη ανάλυση έφτασε τελικά στον παραλήπτη της.
Παράλληλα, σύμφωνα με γερμανικές δημοσιογραφικές έρευνες, ο Χάνινγκ φέρεται να είχε επαφές με πράκτορα ξένης υπηρεσίας, στον οποίο διαβίβαζε πολιτικές πληροφορίες, ορισμένες από τις οποίες βασίζονταν σε υλικό που είχε λάβει από τον Μάνφρεντ Ντ.
Το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel έχει αναφέρει ότι η ξένη υπηρεσία ενδέχεται να ήταν εκείνη του Αζερμπαϊτζάν. Η πληροφορία αυτή, ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως από τις γερμανικές αρχές.
Αντίθετα, πηγές που επικαλείται το AFP αναφέρουν ότι η υπόθεση δεν φαίνεται να αφορά τη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι μέρος του επίμαχου υλικού αφορούσε τον ρωσικό στρατό.
Στο μικροσκόπιο η ανταλλαγή πληροφοριών με CIA και MI6
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τη Βρετανία, καθώς η BND αποτελεί έναν από τους βασικούς ευρωπαϊκούς εταίρους των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι επομένως μόνο εάν ο Χάνινγκ απέκτησε ή χρησιμοποίησε γερμανικά απόρρητα. Οι έρευνες επιχειρούν να διαπιστώσουν εάν, μέσω της πρόσβασής του σε υλικό της BND, περιήλθαν στην κατοχή του πληροφορίες που είχαν παραχωρηθεί στη Γερμανία από συμμαχικές υπηρεσίες και εάν αυτές διοχετεύθηκαν εκτός του προβλεπόμενου πλαισίου.
Οι Financial Times επισημαίνουν τον κίνδυνο η υπόθεση να επηρεάσει την εμπιστοσύνη στις σχέσεις ανταλλαγής πληροφοριών της Γερμανίας με υπηρεσίες όπως η αμερικανική CIA και η βρετανική MI6.
Οι Times σημειώνουν επίσης ότι ο Χάνινγκ βρισκόταν στην κορυφή της BND την περίοδο 1998-2005, όταν η γερμανική υπηρεσία διατηρούσε ήδη στενές σχέσεις συνεργασίας με ξένους εταίρους.
Πώς αποκαλύφθηκε η υπόθεση
Η έρευνα δεν ξεκίνησε από μια κλασική επιχείρηση αντικατασκοπείας, αλλά προέκυψε μέσα από διαφορετική υπόθεση.
Οι γερμανικές αρχές ερευνούσαν την υπόθεση της επιχειρηματία Κριστίνα Μπλοκ, η οποία κατηγορείται ότι έδωσε εντολή για την αρπαγή των δύο παιδιών της από τη Δανία.
Στο πλαίσιο εκείνης της έρευνας πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 έρευνα σε χώρο που συνδεόταν με τον Χάνινγκ. Εκεί εντοπίστηκαν στοιχεία που οδήγησαν στη σημερινή έρευνα για τη διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών.
Οι γερμανικές αρχές έχουν πλέον πραγματοποιήσει έρευνες σε ακίνητα και άλλους χώρους που συνδέονται με τους δύο υπόπτους σε διάφορες περιοχές της χώρας, ενώ η BND έχει ξεκινήσει εσωτερικό έλεγχο.
Η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρή για τη γερμανική υπηρεσία πληροφοριών, καθώς ο Χάνινγκ βρισκόταν στην ηγεσία της για σχεδόν επτά χρόνια και στη συνέχεια κατείχε υψηλόβαθμη θέση στο γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών.