Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει την κλιματική αλλαγή, χαρακτηρίζοντας την υπερθέρμανση του πλανήτη «απάτη», ενώ έχει ταχθεί υπέρ της χρήσης ορυκτών καυσίμων και έχει επικρίνει τις πολιτικές προώθησης της καθαρής ενέργειας.
Ωστόσο, ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα αποτέλεσμα αντίθετο από τις επιδιώξεις του Αμερικανού προέδρου, επιταχύνοντας τη διεθνή στροφή προς εναλλακτικές μορφές ενέργειας και περιορίζοντας μακροπρόθεσμα την εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Η σύγκρουση, η οποία αρχικά εκτιμάτο ότι θα ήταν σύντομη, έχει εξελιχθεί σε παρατεταμένη κρίση με σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Οι υψηλές τιμές των καυσίμων και οι αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες ωθούν ολοένα περισσότερες χώρες στην αναζήτηση ασφαλέστερων ενεργειακών λύσεων.
Σύμφωνα με ειδικούς, όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να προκύψουν μόνιμες αλλαγές στην παγκόσμια κατανάλωση ορυκτών καυσίμων.
Η Σαμάνθα Γκρος, διευθύντρια της Πρωτοβουλίας για την Ενεργειακή Ασφάλεια και το Κλίμα στο Ινστιτούτο Brookings, εκτιμά ότι οι προσπάθειες του Τραμπ να ενισχύσει τη χρήση πετρελαίου και φυσικού αερίου ενδέχεται τελικά να επιταχύνουν τη σταδιακή υποχώρησή τους.
Το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο
Η έναρξη των εχθροπραξιών τον Φεβρουάριο προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Το Ιράν περιόρισε δραστικά τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων μεταφορών πετρελαίου και φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα η τιμή του πετρελαίου να ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις ότι η άνοδος των τιμών θα ήταν προσωρινή, η ενεργειακή αναταραχή συνεχίστηκε, ακόμη και μετά τη χαλάρωση των περιορισμών στη διέλευση από τα Στενά. Παράλληλα, το κόστος μεταφοράς πετρελαίου αυξήθηκε σημαντικά, ενώ οι επιθέσεις των Χούθι σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και δεξαμενόπλοια της Σαουδικής Αραβίας ενίσχυσαν την αβεβαιότητα.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν επηρεάσει και τις προβλέψεις για τη διεθνή ζήτηση. Τον Ιανουάριο, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) εκτιμούσε ότι η κατανάλωση πετρελαίου θα αυξανόταν κατά 930.000 βαρέλια ημερησίως το 2026. Μέχρι τον Σεπτέμβριο, ωστόσο, η πρόβλεψη είχε αναθεωρηθεί, με τον οργανισμό να αναμένει πλέον μείωση της ζήτησης κατά 2,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, λόγω της παρατεταμένης κρίσης και του αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Προοπτική μείωσης των εκπομπών ρύπων
Η υποχώρηση της κατανάλωσης πετρελαίου θα μπορούσε να συμβάλει και στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με ανάλυση του οργανισμού Carbon Brief, οι παγκόσμιες εκπομπές από την καύση ορυκτών καυσίμων ενδέχεται να μειωθούν κατά περίπου 0,5% το 2026.
Εφόσον επιβεβαιωθεί η εκτίμηση, θα είναι η πρώτη ετήσια μείωση από το 2020, όταν η πανδημία του κορωνοϊού είχε περιορίσει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα.
Οι αυξημένες τιμές των καυσίμων επηρεάζουν ήδη τις καθημερινές μετακινήσεις, καθώς οι καταναλωτές περιορίζουν τις οδικές και αεροπορικές μεταφορές. Οι αλλαγές αυτές, ωστόσο, ενδέχεται να είναι προσωρινές. Μεγαλύτερη σημασία μπορεί να έχουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται για την αγορά νέων οχημάτων και την ανανέωση των στόλων μεταφορών.
Ηλεκτρικά αυτοκίνητα: Άνοδος διεθνώς, υποχώρηση στις ΗΠΑ
Τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας δείχνουν ότι οι παγκόσμιες πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων αυξήθηκαν κατά 4% το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Η κρίση στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε τα επιχειρήματα υπέρ της ηλεκτροκίνησης, τόσο λόγω της ανάγκης για μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια όσο και εξαιτίας του αυξημένου κόστους των καυσίμων.
Στην Αυστραλία, σε χώρες της Ασίας και στην Ευρώπη καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον για ηλεκτρικά οχήματα. Μάλιστα, σύμφωνα με έκθεση της οργάνωσης Transport & Environment, οι πωλήσεις στην Ευρώπη έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ το 2026. Καθοριστικός παράγοντας είναι και η αύξηση του κόστους των καυσίμων, με το ντίζελ να έχει ακριβύνει κατά 38% από την έναρξη του πολέμου.
Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες οι πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων έχουν υποχωρήσει περισσότερο από 30% από την αρχή του έτους, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών Motor Intelligence. Η πτώση καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ περιορίζει τη στήριξη προς την ηλεκτροκίνηση, ενώ οι περιορισμοί στα φθηνότερα κινεζικά μοντέλα δυσχεραίνουν την πρόσβασή τους στην αμερικανική αγορά.
Έτσι, ενώ η ενεργειακή κρίση ενισχύει τη ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα σε πολλές περιοχές του κόσμου, στις ΗΠΑ καταγράφεται αντίθετη τάση, γεγονός που αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις στην ενεργειακή πολιτική.
Στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
Οι επιπτώσεις του πολέμου δεν περιορίζονται στην αγορά πετρελαίου, καθώς η σύγκρουση έχει προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις και στην παγκόσμια προσφορά φυσικού αερίου. Ο IEA προβλέπει ότι η διεθνής ζήτηση για το συγκεκριμένο καύσιμο θα μειωθεί κατά περίπου 0,5% το 2026.
Την ίδια στιγμή, δεκάδες χώρες προωθούν πολιτικές για τον περιορισμό της εξάρτησής τους από τα ορυκτά καύσιμα και την ενίσχυση της καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια δεν εξαρτώνται από κρίσιμα θαλάσσια περάσματα και τις γεωπολιτικές εξελίξεις που επηρεάζουν τις διεθνείς μεταφορές.
Η Εϊμι Μάγιερς Τζάφι, διευθύντρια του εργαστηρίου Παγκόσμιας Ενέργειας, Κλίματος και Βιωσιμότητας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, επισημαίνει ότι οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες ενισχύουν την προώθηση της καθαρής ενέργειας και του εξηλεκτρισμού.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπου οι επενδύσεις σε ηλιακή ενέργεια σχεδόν τετραπλασιάστηκαν κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2026, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών Rhodium Group. Η εξέλιξη συνδέεται με την εξάρτηση της περιοχής από το υγροποιημένο φυσικό αέριο που προέρχεται από τον Περσικό Κόλπο, γεγονός που καθιστά τις χώρες της ευάλωτες σε διακοπές του ενεργειακού εφοδιασμού.
Παρά τα σημάδια επιτάχυνσης της πράσινης μετάβασης, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι αλλαγές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν άμεσα. Η μαζική υιοθέτηση ηλεκτρικών οχημάτων, η ανάπτυξη υποδομών φόρτισης και ο εκσυγχρονισμός των ηλεκτρικών δικτύων απαιτούν σημαντικό χρόνο και επενδύσεις.
Ο κίνδυνος επιστροφής στον άνθρακα
Η ενεργειακή κρίση δεν οδηγεί όλες τις χώρες προς τις ανανεώσιμες πηγές. Ορισμένες στρέφονται στον άνθρακα, επιλέγοντας ένα καύσιμο με ιδιαίτερα υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, προκειμένου να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες.
Η παγκόσμια ζήτηση άνθρακα προβλέπεται πλέον να αυξηθεί κατά 1,2% το 2026, ανατρέποντας προηγούμενες εκτιμήσεις για μικρή υποχώρηση. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο η κατανάλωση πετρελαίου και φυσικού αερίου να ανακάμψει όταν αποκλιμακωθεί η κρίση. Ο IEA προβλέπει, άλλωστε, ανάκαμψη της ζήτησης πετρελαίου το 2027.
Η εξέλιξη αυτή θυμίζει την περίοδο της πανδημίας, όταν είχαν διατυπωθεί προσδοκίες ότι η παγκόσμια κρίση θα οδηγούσε σε μόνιμη στροφή προς την καθαρή ενέργεια. Ωστόσο, το 2021 η ζήτηση ορυκτών καυσίμων αυξήθηκε και πάλι σημαντικά, υποδεικνύοντας ότι οι προσωρινές μειώσεις δεν συνεπάγονται απαραίτητα μια μακροπρόθεσμη αλλαγή.
Η διάρκεια του πολέμου θα κρίνει τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις
Καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη της ενεργειακής μετάβασης θεωρείται η διάρκεια της σύγκρουσης. Σύμφωνα με ανάλυση της νορβηγικής συμβουλευτικής εταιρείας DNV, κάθε επιπλέον μήνας πολέμου αυξάνει την πιθανότητα η μείωση της ζήτησης πετρελαίου να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα.
Ο Σβέρε Αλβικ, αντιπρόεδρος και διευθυντής ενεργειακών προβλέψεων της εταιρείας, εκτιμά ότι εάν ο πόλεμος διαρκούσε τέσσερα χρόνια, η ζήτηση πετρελαίου ενδέχεται να μην επέστρεφε ποτέ στα επίπεδα του 2025.
Παράλληλα, η κρίση ανέδειξε την ευαλωτότητα των διεθνών ενεργειακών δικτύων. Η δυνατότητα του Ιράν να περιορίσει τη ναυσιπλοΐα σε ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου, αξιοποιώντας drones και πυραύλους, ενίσχυσε τις ανησυχίες για την ασφάλεια του εφοδιασμού.
Η Σαμάνθα Γκρος υπογραμμίζει ότι η αντίληψη για την ασφάλεια των ενεργειακών προμηθειών έχει αλλάξει, καθώς το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θεωρούνται πλέον περισσότερο εκτεθειμένα σε γεωπολιτικούς κινδύνους. Την ίδια στιγμή, ο κλιματολόγος του Πανεπιστημίου Στάνφορντ Ρομπ Τζάκσον εκτιμά ότι η σύγκρουση μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες, καθώς πολλές χώρες εξετάζουν νέα κίνητρα για την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων, την ανάπτυξη υποδομών φόρτισης και την ευρύτερη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας.
Μπορεί ο Τραμπ να συμβάλει στην πράσινη μετάβαση χωρίς να το επιδιώκει;
Παρά τις διεθνείς εξελίξεις, ο Ρομπ Τζάκσον απορρίπτει τον χαρακτηρισμό του Τραμπ ως «πράσινου προέδρου», ακόμη και στην περίπτωση που οι πολιτικές του οδηγήσουν έμμεσα σε επιτάχυνση της καθαρής ενέργειας στο εξωτερικό. Όπως υποστηρίζει, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει αποδυναμώσει τις πολιτικές στήριξης της πράσινης ενέργειας στο εσωτερικό της χώρας, περιορίζοντας την πρόοδο που είχε σημειωθεί.
Κατά την εκτίμησή του, οι διεθνείς δυνάμεις που ευνοούν την καθαρότερη και οικονομικότερη ενέργεια ενδέχεται τελικά να επικρατήσουν, παρά τις πολιτικές αντιστάσεις.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: εάν η ενεργειακή κρίση θα αποτελέσει την αφετηρία μιας διαρκούς αλλαγής στην παγκόσμια κατανάλωση ή εάν, όπως συνέβη και στο παρελθόν, η αποκλιμάκωση των τιμών θα επαναφέρει τις οικονομίες στην εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.