Τη μεγαλύτερη μεμονωμένη διεύρυνση του καταλόγου κυρώσεων κατά της Ρωσίας από την έναρξη του πολέμου ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, εγκρίνοντας σχεδόν 1.600 νέες καταχωρίσεις που συνδέονται κυρίως με τη ρωσική πολεμική βιομηχανία. Η απόφαση έρχεται στον απόηχο της χαλάρωσης των αμερικανικών περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, με την Κάγια Κάλλας να στέλνει σαφές μήνυμα στην Ουάσιγκτον ότι η πίεση στη Μόσχα δεν πρέπει να μειωθεί.
Μετά την ολοκλήρωση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων στο Λουξεμβούργο, τη Δευτέρα (12/10), η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική υποστήριξε ότι η ενίσχυση των κυρώσεων αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο για να οδηγηθεί η Ρωσία στον τερματισμό του πολέμου.
«Η πίεση στη Μόσχα, και όχι οι παραχωρήσεις, είναι ο ταχύτερος δρόμος για να τελειώσει ο πόλεμος», δήλωσε.
Στο στόχαστρο η ρωσική πολεμική βιομηχανία
Σύμφωνα με την Κάλλας, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ ενέκριναν σχεδόν 1.600 νέες καταχωρίσεις στον κατάλογο κυρώσεων, με επίκεντρο το ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.
Περισσότερες από τις μισές αφορούν την αλυσίδα παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων.
Παράλληλα, εγκρίθηκαν 77 καταχωρίσεις σε βάρος προσώπων που, σύμφωνα με την ΕΕ, συμμετείχαν σε ψηφοφορία που οργανώθηκε στα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη, καθώς και επτά καταχωρίσεις που συνδέονται με τη συνεργασία της Ρωσίας με τη Βόρεια Κορέα.
Η Κάλλας διευκρίνισε ότι πρόκειται για προσθήκες στα ήδη υφιστάμενα περιοριστικά μέτρα και όχι για το 22ο πακέτο κυρώσεων, η προετοιμασία του οποίου συνεχίζεται.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ
Η απόφαση της ΕΕ ανακοινώθηκε τρεις ημέρες μετά τη δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχωρά στην έκδοση προσωρινής γενικής άδειας, επιτρέποντας τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στη διεθνή αγορά.
Η ανακοίνωση έγινε μετά από επικοινωνία του Αμερικανού προέδρου με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και εντάσσεται στις προσπάθειες της Ουάσιγκτον να περιορίσει τις αυξημένες τιμές των καυσίμων.
Σύμφωνα με ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο που μίλησε στο Axios, η απόφαση ακολούθησε την άρνηση του Κιέβου να σταματήσει μονομερώς τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τα συγκεκριμένα πλήγματα, υπό την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα διακόψει τις επιθέσεις σε ουκρανικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.
Ο Ουκρανός πρόεδρος χαρακτήρισε τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων «προφανή αδυναμία».
Κάλλας: «Μια εκεχειρία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν την τηρεί μόνο η μία πλευρά»
Η Ύπατη Εκπρόσωπος αναφέρθηκε και στην ενεργειακή εκεχειρία που ανακοίνωσε την Κυριακή ο Τραμπ.
Όπως είπε, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ εξέφρασαν στήριξη στην προοπτική αμοιβαίας παύσης των επιθέσεων κατά ενεργειακών υποδομών, υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία θα εφαρμοστεί και από τη Ρωσία.
«Μια εκεχειρία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν την τηρεί μόνο η μία πλευρά», προειδοποίησε.
Η Κάλλας υποστήριξε ότι η Μόσχα συνεχίζει τις επιθέσεις στην Ουκρανία, αναφέροντας ότι μόνο την τελευταία εβδομάδα περισσότεροι από 150 Ουκρανοί άμαχοι σκοτώθηκαν από ρωσικά πλήγματα.
Σύμφωνα με την ίδια, μεταξύ των στόχων βρέθηκαν γέφυρες στο Κίεβο, πλοία μεταφοράς σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα και σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής.
Διαφωνία για το εύρος της ενεργειακής εκεχειρίας
Ένα από τα βασικά ζητήματα αφορά το ποιες εγκαταστάσεις θα καλύπτει ενδεχόμενη συμφωνία παύσης των επιθέσεων.
Σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου που επικαλείται το Axios, η εκεχειρία, όπως την αντιλαμβάνεται ο Τραμπ, αφορά αποκλειστικά τα διυλιστήρια πετρελαίου.
Η Κάλλας εξέφρασε επιφυλάξεις για μια τόσο περιορισμένη συμφωνία, επισημαίνοντας ότι η Ρωσία διαθέτει πολύ περισσότερα διυλιστήρια από την Ουκρανία.
Όπως υποστήριξε, μια ρύθμιση που θα περιοριζόταν αποκλειστικά σε αυτές τις εγκαταστάσεις θα ευνοούσε τη ρωσική πλευρά.
Πρόσθεσε ότι η ΕΕ θα χαιρέτιζε μια ενεργειακή εκεχειρία εφόσον εφαρμοζόταν στην πράξη, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει διαπιστώσει αντίστοιχη συμμόρφωση από τη Μόσχα.
Η ίδια σημείωσε ότι θα προτιμούσε μια ευρύτερη κατάπαυση του πυρός, η οποία θα περιλάμβανε και τον τερματισμό των ανθρώπινων απωλειών, αντί να περιορίζεται αποκλειστικά στις ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Το μήνυμα της ΕΕ προς την Ουάσιγκτον
Κατά τη συνέντευξη Τύπου, η Κάλλας ρωτήθηκε από δημοσιογράφο της εσθονικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ERR για τη διαφοροποίηση της αμερικανικής κυβέρνησης από την ευρωπαϊκή γραμμή απέναντι στη Ρωσία.
Απέρριψε την εκτίμηση ότι γίνεται ολοένα δυσκολότερη η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των κρατών μελών για νέες κυρώσεις, επικαλούμενη την απόφαση της Δευτέρας.
Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι η πίεση προς τη Μόσχα θα ήταν ισχυρότερη εάν Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ενεργούσαν από κοινού.
«Θα ήταν πολύ ισχυρότερο αν δρούσαμε μαζί με τις ΗΠΑ», ανέφερε.
Η Ύπατη Εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η χαλάρωση της πίεσης ενθαρρύνει τη Ρωσία να κλιμακώνει τις επιθέσεις της και επανέλαβε την ανάγκη συντονισμένης εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων.
Αναφορά στον αμερικανικό νόμο για κυρώσεις σε Ρωσία και Ιράν
Η Κάλλας εξέφρασε επίσης την ελπίδα να εφαρμοστεί ο αμερικανικός νόμος για κυρώσεις κατά της Ρωσίας και του Ιράν, ο οποίος, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσίασε, υπογράφηκε από τον Τραμπ στις 18 Σεπτεμβρίου.
Ο νόμος συνδέεται με πρωτοβουλία του εκλιπόντος Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ και προβλέπει δυνατότητα επιβολής δασμών έως 100% σε μεγάλους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η αναφορά εντάσσεται στην προσπάθεια των ευρωπαϊκών θεσμών να διατηρηθεί η αμερικανική συμμετοχή στην οικονομική πίεση προς τη Μόσχα.
Ερωτήματα για τον υπολογισμό απωλειών ενός τρισ. ευρώ
Κατά τη διάρκεια των δηλώσεών της, η Κάλλας κλήθηκε να εξηγήσει και προηγούμενη αναφορά της, σύμφωνα με την οποία οι κυρώσεις έχουν στερήσει από τη Ρωσία περίπου ένα τρισεκατομμύριο ευρώ.
Η Ύπατη Εκπρόσωπος απάντησε ότι το ποσό προέρχεται από εκτιμήσεις υπηρεσιών πληροφοριών, παραδέχθηκε όμως ότι δεν γνωρίζει την ακριβή μεθοδολογία υπολογισμού του.
Δεσμεύτηκε να διαβιβάσει τα σχετικά στοιχεία στα κράτη μέλη, ώστε να εξεταστεί η ορθότητά τους.
Κατά συνέπεια, το ποσό του ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ παραμένει εκτίμηση που χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση και όχι ανεξάρτητα επιβεβαιωμένος απολογισμός.
Η συνεδρίαση του Λουξεμβούργου ανέδειξε τη διαφορετική προσέγγιση Βρυξελλών και Ουάσιγκτον απέναντι στη Μόσχα: ενώ η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει τη διεθνή προσφορά ντίζελ μέσω προσωρινής χαλάρωσης των περιορισμών, η ΕΕ επιλέγει να διευρύνει τον κατάλογο κυρώσεων, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική πίεση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον τερματισμό του πολέμου.