Σημαντικές αποκλίσεις αποτυπώνονται ανάμεσα στις εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και τις προβλέψεις του ελληνικού οικονομικού επιτελείου, με την Ουάσιγκτον να υιοθετεί ένα πολύ πιο επιφυλακτικό σενάριο για την ελληνική οικονομία.
Αν και οι δύο πλευρές συμφωνούν πως το διεθνές περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά δυσμενές, το ΔΝΤ βλέπει βραδύτερη ανάπτυξη, επίμονο πληθωρισμό και διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών λόγω του ενεργειακού κόστους.
Όσον αφορά το ΑΕΠ, το Ταμείο τοποθετεί τον ρυθμό ανάπτυξης της χώρας στο 1,8% τόσο για φέτος όσο και για το 2027. Στον αντίποδα, το Υπουργείο Οικονομικών εμφανίζεται πιο αισιόδοξο στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, διατηρώντας το 2% για τη φετινή χρονιά και προβλέποντας επιτάχυνση στο 2,3% για το επόμενο έτος, διαμορφώνοντας μια απόκλιση μισής μονάδας.
Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στις διαφορετικές παραδοχές για την πορεία του πετρελαίου, καθώς το ΔΝΤ αναμένει υψηλότερες τιμές σε σχέση με τις παλαιότερες εκτιμήσεις της Κομισιόν που υιοθετεί η Αθήνα.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο δείκτης θα σκαρφαλώσει φέτος στο 4,2% και θα αποκλιμακωθεί οριακά στο 3,6% το 2027, παραμένοντας μακριά από τον ευρωπαϊκό στόχο.
Το οικονομικό επιτελείο βλέπει συγκράτηση στο 3,6% φέτος και περαιτέρω υποχώρηση στο 2,4% του χρόνου. Ωστόσο, η πρόσφατη άνοδος των δεικτών Σεπτεμβρίου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναθεώρησης των ελληνικών στόχων προς το χειρότερο μέχρι την κατάθεση του τελικού σχεδίου στη Βουλή.
Η συνεχιζόμενη εξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα διευρύνει παράλληλα το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο σύμφωνα με το Ταμείο θα διαμορφωθεί στο 6,6% φέτος και θα υποχωρήσει στο 5,9% το 2027. Ο μόνος δείκτης στον οποίο το ΔΝΤ εμφανίζεται πιο αισιόδοξο από την κυβέρνηση είναι η ανεργία, την οποία προβλέπει να υποχωρεί στο 7,6% το 2027.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, περιέγραψε μια οικονομία δύο ταχυτήτων που ισορροπεί ανάμεσα στις πιέσεις της ενέργειας και την δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης.
Το Ταμείο βλέπει αναιμική ανάπτυξη για την ευρωζώνη και ιδιαίτερα για τη Γαλλία, προειδοποιώντας ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι τιμές των τροφίμων και οι δημοσιονομικές πιέσεις διατηρούν τους κινδύνους σε υψηλά επίπεδα.