Η αποχώρηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Αθήνα εξελίσσεται σε πολιτική υπόθεση με προεκτάσεις για το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η απόφαση του Λευκού Οίκου ήρθε έπειτα από σειρά δημοσιευμάτων και καταγγελιών για τη συμπεριφορά της.
Η εξέλιξη αποτελεί πλήγμα για την Αμερικανίδα διπλωμάτη, η οποία είχε επιλεγεί προσωπικά από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ενώ θέτει στο προσκήνιο το ζήτημα της διατήρησης της ομαλής πορείας των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.
Η Γκιλφόιλ βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας μετά τις αποκαλύψεις της Wall Street Journal, οι οποίες αρχικά αφορούσαν φερόμενες δηλώσεις της για τη δυνατότητα της Ουάσιγκτον να ανατρέψει κυβερνήσεις άλλων χωρών, αλλά και τις επαφές της με επιχειρηματικούς παράγοντες στην Ελλάδα.
Η υπόθεση πήρε διαφορετική διάσταση όταν δημοσιοποιήθηκαν καταγγελίες του Αμερικανού επιχειρηματία Έρικ Ντίτερς, σύμφωνα με τις οποίες η πρέσβειρα φέρεται να του ζήτησε 100.000 δολάρια, προκειμένου να καλύψει οφειλή σε πιστωτική κάρτα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να μεσολαβήσει για την πρόσβασή του σε κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Ο Ντίτερς υποστήριξε ότι δεν κατέβαλε το ποσό, ενώ η Γκιλφόιλ και οι δικηγόροι της απορρίπτουν τους ισχυρισμούς. Η πλευρά της υποστηρίζει ότι ο επιχειρηματίας τής οφείλει χρήματα για προηγούμενες επαγγελματικές υπηρεσίες και αμφισβητεί τη γνησιότητα των μηνυμάτων που δημοσιοποιήθηκαν.
Παράλληλα, η αμερικανική πρεσβεία έχει υποστηρίξει ότι τηρήθηκαν οι κανόνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχετικά με τα ταξίδια και τη δήλωση δώρων. Οι καταγγελίες δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη παρανομίας, ωστόσο προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον.
Από τη στήριξη του Ρούμπιο στην απόφαση του Λευκού Οίκου
Η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στην υπόθεση μεταβλήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες. Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε εκφράσει δημόσια τη στήριξή του προς την Γκιλφόιλ, χαρακτηρίζοντάς την ισχυρή πρέσβειρα. Ωστόσο, η δημοσιοποίηση των καταγγελιών για το ποσό των 100.000 δολαρίων ενίσχυσε την πίεση προς την αμερικανική διπλωματική αποστολή.
Στις 12 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του δεν ήταν ικανοποιημένη από όσα διάβαζε για την πρέσβειρα και ότι εξεταζόταν το ενδεχόμενο απομάκρυνσής της. Την επόμενη ημέρα, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι της ζητήθηκε να παραιτηθεί από τη θέση της στην Αθήνα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε ότι η Γκιλφόιλ είχε κάνει καλή δουλειά στην Ελλάδα, αλλά ξεκαθάρισε ότι τα δημοσιεύματα είχαν προκαλέσει δυσαρέσκεια στην κυβέρνησή του. Παράλληλα, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την προσωπική σχέση που είχε συνδέσει την πρώην πρέσβειρα με την οικογένειά του, σημειώνοντας ότι εκείνη είχε διατηρήσει στο παρελθόν σχέση με τον γιο του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
Η Γκιλφόιλ, από την πλευρά της, ανακοίνωσε την παραίτησή της, χαρακτηρίζοντας ψευδείς τις καταγγελίες και δηλώνοντας ότι θα υπερασπιστεί το όνομα και τη φήμη της.
Παράλληλα, εξέφρασε την υπερηφάνειά της για το έργο που, όπως ανέφερε, επιτελέστηκε κατά τη θητεία της στην Αθήνα, με έμφαση στην ενεργειακή, αμυντική και οικονομική συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ. Διαβεβαίωσε, επίσης, ότι θα παραμείνει υποστηρίκτρια του Τραμπ και της πολιτικής του.
Οι καταγγελίες και το ενεργειακό μέτωπο
Πέρα από την υπόθεση Ντίτερς, τα δημοσιεύματα για την Γκιλφόιλ περιλάμβαναν αναφορές σε επαφές με Έλληνες επιχειρηματίες, στη χρήση ιδιωτικών αεροσκαφών και στη συμμετοχή της σε εκδηλώσεις με έξοδα που φέρεται να κάλυπταν επιχειρηματικοί παράγοντες. Ερωτήματα διατυπώθηκαν, επίσης, για τη συμμετοχή συνεργάτη της σε επαγγελματικές δραστηριότητες που συνδέονταν με ελληνική εταιρεία στον τομέα της ενέργειας.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν όλοι τεκμηριωθεί με τον ίδιο τρόπο και η ίδια έχει αρνηθεί ότι παραβίασε τους κανόνες που διέπουν τα καθήκοντά της. Ωστόσο, η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις για τη διαφάνεια, τη δεοντολογία και την πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων σε μια διπλωματική αποστολή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συζήτηση γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου, ένα έργο που εντάσσεται στις ευρύτερες αμερικανικές επιδιώξεις για την ενίσχυση των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και τον περιορισμό της εξάρτησής της από το ρωσικό αέριο.
Η συμφωνία για τη διάθεση αμερικανικού LNG μέσω της κοινοπραξίας ΔΕΠΑ – ΑΚΤΩΡ ανακοινώθηκε στο πλαίσιο της συνόδου της Διατλαντικής Ενεργειακής Συνεργασίας, στις 6 και 7 Νοεμβρίου. Οι σχετικές προετοιμασίες, ωστόσο, είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, ενώ οι επαφές του υπουργού Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου με Αμερικανούς αξιωματούχους είχαν ήδη θέσει τις βάσεις για την προώθηση του έργου.
Επομένως, η σύνδεση του Κάθετου Διαδρόμου αποκλειστικά με την παρουσία της Γκιλφόιλ στην Αθήνα δεν αποτυπώνει το εύρος του σχεδιασμού. Το έργο αποτελεί μέρος της ενεργειακής πολιτικής των ΗΠΑ και της συνεργασίας τους με την Ελλάδα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που βρίσκεται στην ηγεσία της αμερικανικής πρεσβείας.
Το στοίχημα για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις
Για την Αθήνα, το βασικό ζητούμενο είναι η κρίση που προκλήθηκε γύρω από την πρώην πρέσβειρα να μη μεταφερθεί στις διμερείς σχέσεις. Η συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ περιλαμβάνει σημαντικές συμφωνίες και πρωτοβουλίες στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και των επενδύσεων, οι οποίες δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τη θητεία ενός διπλωμάτη.
Μεταξύ των ζητημάτων που παραμένουν στο τραπέζι είναι η προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, η ενίσχυση των ενεργειακών διασυνδέσεων, καθώς και οι διαδικασίες που συνδέονται με την απόκτηση των μαχητικών αεροσκαφών F-35 από την Ελλάδα. Παράλληλα, η στρατηγική θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο καθιστά σημαντική τη διατήρηση σταθερών διαύλων επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον.
Η αποχώρηση της Γκιλφόιλ δεν σημαίνει αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Ελλάδα. Ενδέχεται, ωστόσο, να απαιτήσει επαναπροσδιορισμό των επαφών και της διαχείρισης ορισμένων πρωτοβουλιών, ιδίως όσων είχαν αναπτυχθεί με την προσωπική της συμμετοχή.
Η υπόθεση προκάλεσε, παράλληλα, αντιδράσεις και στην ελληνική πολιτική σκηνή. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχε σχετικό αίτημα αποχώρησης ούτε είχε συζητηθεί το ζήτημα με τις ελληνικές αρχές, πριν γίνει γνωστή η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου. Στη Βουλή είχαν, επίσης, τεθεί ερωτήματα σχετικά με δημοσιεύματα που απέδιδαν στην Γκιλφόιλ δηλώσεις για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να ασκήσουν πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση. Οι σχετικοί ισχυρισμοί είχαν απορριφθεί από την ελληνική πλευρά.
Ποιος αναλαμβάνει προσωρινά την πρεσβεία
Μέχρι τον διορισμό νέου πρέσβη, τα καθήκοντα του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα αναλαμβάνει προσωρινά ο αναπληρωτής επικεφαλής της πρεσβείας, Τζόσουα Χακ.
Ο Χακ διαθέτει πολυετή διπλωματική εμπειρία και έχει υπηρετήσει σε θέσεις που σχετίζονται με τη Νότια Ευρώπη και τον Καύκασο. Το χαρτοφυλάκιό του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Μάλτα και την Τουρκία, γεγονός που του προσφέρει γνώση των ζητημάτων της περιοχής.
Ο διορισμός νέου πρέσβη απαιτεί απόφαση του Αμερικανού προέδρου και έγκριση από τη Γερουσία. Το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας παραμένει ανοιχτό, καθώς θα εξαρτηθεί τόσο από τις επιλογές του Λευκού Οίκου όσο και από τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Παράλληλα, οι καταγγελίες σε βάρος της Γκιλφόιλ εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από τις αρμόδιες αμερικανικές υπηρεσίες, ενώ πολιτικοί παράγοντες έχουν ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση. Η ίδια επιμένει ότι οι ισχυρισμοί είναι ψευδείς και δηλώνει αποφασισμένη να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Η αποχώρησή της κλείνει ένα σύντομο κεφάλαιο στην αμερικανική διπλωματική παρουσία στην Αθήνα, αφήνοντας ανοιχτά δύο βασικά ζητήματα: την έκβαση των καταγγελιών και την ομαλή συνέχιση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ. Για την ελληνική πλευρά, το ζητούμενο είναι η πολιτική κρίση στην Ουάσιγκτον να μην επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις και τα έργα που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.