Αιφνιδιασμό και έντονες πολιτικές αναταράξεις στην Ουάσινγκτον προκάλεσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοινώνοντας την αναστολή των νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας, με επίκληση του «εθνικού συμφέροντος».
Η απόφαση ελήφθη με εκτελεστικό διάταγμα μόλις λίγες ημέρες πριν τεθούν σε ισχύ τα αυστηρά μέτρα του νόμου Γκράχαμ (Graham Act), τον οποίο είχε υπογράψει ο ίδιος τον προηγούμενο μήνα.
Η κίνηση δείχνει την πρόθεση του Λευκού Οίκου να εκτονώσει την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα, την ώρα που διακομματικό μέτωπο στο Κογκρέσο ζητούσε ακόμη αυστηρότερα μέτρα.
Έρχεται, μάλιστα, μετά την πρόσφατη συμφωνία που επιτρέπει στη Ρωσία διεθνείς πωλήσεις ντίζελ και φέρνει σε δύσκολη θέση τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, αφού καλούνται να υπερασπιστούν πιο διαλλακτική στάση απέναντι σε μια χώρα που η αμερικανική κοινή γνώμη θεωρεί εχθρική.
Σύμφωνα με το διάταγμα, η νομοθεσία έδινε στον πρόεδρο τη δυνατότητα να αναστείλει τις κυρώσεις και τους δασμούς, που έφταναν έως και 100%, ή 500% σε ορισμένες περιπτώσεις. Ο Τραμπ ενημέρωσε το Κογκρέσο ότι η εξαίρεση κρίθηκε αναγκαία για την προάσπιση των αμερικανικών συμφερόντων.
Έτσι, η διοίκηση απέφυγε και την επιβολή δευτερογενών κυρώσεων και δασμών σε μεγάλους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου, όπως η Κίνα και η Ινδία, αποτρέποντας πιθανές αναταράξεις και απότομη άνοδο των τιμών στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Αντιδράσεις από τα αμερικανικά ΜΜΕ και τους Δημοκρατικούς
Δίκτυα και ιστότοποι όπως το CBS News, το Politico και το Bloomberg επεσήμαναν ότι το «πάγωμα» απαλλάσσει τους διεθνείς εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου από τεράστιες οικονομικές πιέσεις, αναδεικνύοντας την αντίφαση ανάμεσα στην τακτική του Λευκού Οίκου και τη γραμμή του Κογκρέσου.
Οι Axios και The Hill έγραψαν για έντονη πολιτική αμηχανία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα: όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές, οι υποψήφιοί του καλούνται να υπερασπιστούν μια πιο μαλακή στάση απέναντι στη Ρωσία, την οποία η πλειονότητα των Αμερικανών εξακολουθεί να θεωρεί εχθρική.
Στελέχη των Δημοκρατικών, όπως ο βουλευτής Ντον Μπάιερ και οι γερουσιαστές Ρίτσαρντ Μπλουμενθάλ και Ελίζαμπεθ Γουόρεν, χαρακτήρισαν την απόφαση «συνθηκολόγηση» και «αποτυχία ηγεσίας». Υποστήριξαν ότι η εξαίρεση υπονομεύει τη στήριξη προς την Ουκρανία και ακυρώνει την προσπάθεια του Κογκρέσου να περιορίσει τα πολεμικά έσοδα του Κρεμλίνου.
Μια ευρύτερη αλλαγή πλεύσης
Η απόφαση εντάσσεται σε μια γενικότερη μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία. Σε σύντομο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση Τραμπ έχει αλλάξει στάση σε μια σειρά ζητημάτων, από τις εμπορικές συμφωνίες για τα καύσιμα έως τις διαφωνίες για τη χρήση του Starlink στην Ουκρανία, επιβεβαιώνοντας την τάση του προέδρου να αποστασιοποιείται από μέτρα οικονομικού εξαναγκασμού, παρά τις αυξανόμενες διακομματικές αντιδράσεις.
Αναλυτές της αγοράς ενέργειας εκτιμούν ότι ο Λευκός Οίκος φοβήθηκε τις συνέπειες δασμών 100% στις εισαγωγές πετρελαίου, που θα μπορούσαν να διαταράξουν τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες σε μια περίοδο έντασης στη Μέση Ανατολή.
Οι επιπτώσεις
Ο νόμος Γκράχαμ προέβλεπε δευτερογενείς κυρώσεις και δασμούς από 100% έως 500% σε χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Με την επίκληση του «εθνικού συμφέροντος», ο Τραμπ απέφυγε μια οξεία οικονομική σύγκρουση με μεγάλους εισαγωγείς όπως η Ινδία και η Κίνα, αλλά και ένα κύμα ελλείψεων και πληθωριστικών πιέσεων στις διεθνείς τιμές καυσίμων.
Σύμφωνα με αναλυτές, η κίνηση επισφραγίζει μια σειρά διαδοχικών υποχωρήσεων της Ουάσινγκτον απέναντι στη Μόσχα, όπως η πρόσφατη συμφωνία για τις πωλήσεις ρωσικού ντίζελ και η αλλαγή στάσης στο ουκρανικό.
Παράλληλα, ουσιαστικά ακυρώνει μια διακομματική νομοθεσία που είχε ψηφιστεί με συντριπτική πλειοψηφία μόλις τον προηγούμενο μήνα, δείχνοντας την πρόθεση του προέδρου να ασκεί αυτόνομη διπλωματία.