Έντονες αντιδράσεις τόσο από Δημοκρατικούς όσο και από Ρεπουμπλικανούς προκαλεί στις ΗΠΑ η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας, με επικριτές του Αμερικανού προέδρου να τον κατηγορούν ότι αποδυναμώνει την πίεση προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν και εγκαταλείπει την Ουκρανία.
Η απόφαση του Τραμπ αφορά την αναστολή εφαρμογής του νόμου «Λίντσεϊ Γκράχαμ» για την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία και το Ιράν, τον οποίο είχε υπογράψει τον Σεπτέμβριο. Η νομοθεσία προέβλεπε εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα όχι μόνο κατά της Μόσχας, αλλά και εις βάρος χωρών που προμηθεύονται ρωσικό πετρέλαιο.
Η νέα εξέλιξη αναμένεται να εντείνει την αντιπαράθεση στο Κογκρέσο, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με διακομματικές αντιδράσεις για την απόφασή του να επιτρέψει την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ.
Σύμφωνα με το Axios, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί εξετάζουν το ενδεχόμενο να κινηθούν για την ακύρωση της σχετικής συμφωνίας όταν το Κογκρέσο επανέλθει στις εργασίες του.
Σφοδρή κριτική από τους Δημοκρατικούς
Ο επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, χαρακτήρισε την απόφαση του Τραμπ «συμφωνία με τον διάβολο», υποστηρίζοντας ότι η οικονομική ενίσχυση της Ρωσίας καθιστά ακόμη πιο επιζήμια την πολιτική του Αμερικανού προέδρου.
Από την πλευρά του, ο Δημοκρατικός βουλευτής Ντον Μπάιερ κατηγόρησε τον Τραμπ ότι υποχωρεί εκ νέου απέναντι στον Πούτιν, προδίδοντας τους Ουκρανούς εταίρους των ΗΠΑ και αγνοώντας τη βούληση του Κογκρέσου για την τιμωρία της Ρωσίας λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Αντίστοιχα, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ υποστήριξε ότι οι εξαιρέσεις από τις κυρώσεις δεν εξυπηρετούν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, αλλά αποσκοπούν στο να εξασφαλίσουν την εύνοια του Ρώσου προέδρου. Παράλληλα, κάλεσε τους Ρεπουμπλικανούς να ενώσουν τις φωνές τους με εκείνες των Δημοκρατικών για την καταδίκη της απόφασης.
Αντιδράσεις και στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών
Εξίσου επικριτικά εμφανίστηκαν και στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, αμφισβητώντας τη σκοπιμότητα της αναστολής των κυρώσεων.
Εξίσου επικριτικά εμφανίστηκαν και στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, αμφισβητώντας τη σκοπιμότητα της αναστολής των κυρώσεων.
Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Φρεντς Χιλ υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να αυξήσει την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα και όχι να τη χαλαρώσει. Ζήτησε την πλήρη εφαρμογή τόσο του νόμου Γκράχαμ όσο και της νομοθεσίας REPO, με στόχο να ασκηθεί ασφυκτική πίεση στον Πούτιν μέχρι να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι έχει ζητήσει ενημέρωση κεκλεισμένων των θυρών για τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση του προέδρου.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τομ Τίλις χαρακτήρισε την κίνηση «πέρα από κάθε έννοια ανευθυνότητας», επισημαίνοντας ότι η νομοθεσία είχε εγκριθεί από τη Γερουσία με 86 ψήφους υπέρ και 11 κατά. Κατηγόρησε, επίσης, την κυβέρνηση ότι υποχωρεί απέναντι σε έναν Ρώσο ηγέτη που εξαπέλυσε εισβολή στην Ουκρανία και ευθύνεται για τον θάνατο αμάχων.
Ο γερουσιαστής Τζον Κόρνιν περιορίστηκε σε μια σύντομη αναφορά στον συνάδελφό του Λίντσεϊ Γκράχαμ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα αντιδρούσε έντονα στην απόφαση.
Πιο ευθείες προειδοποιήσεις για τις πολιτικές συνέπειες διατύπωσε ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Ντον Μπέικον.
Όπως ανέφερε, η απόφαση ενδέχεται να υπονομεύσει την ατζέντα του Τραμπ στο Κογκρέσο, καθώς αρκετοί βουλευτές δεν προτίθενται να στηρίξουν τα κυβερνητικά σχέδια χρηματοδότησης, εφόσον θεωρούν ότι ο πρόεδρος στηρίζει έναν δικτάτορα και εγκαταλείπει έναν σύμμαχο.
Η απάντηση του Λευκού Οίκου
Ο Λευκός Οίκος υπερασπίστηκε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι εντάσσεται στην προσπάθεια του Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσω διαπραγματεύσεων.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Τέιλορ Ρότζερς, δήλωσε ότι η αναστολή των κυρώσεων παρέχει στον Αμερικανό πρόεδρο μεγαλύτερη ευελιξία για την επίτευξη ειρηνικής λύσης.
Σύμφωνα με την ίδια, η εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων στην παρούσα φάση θα μπορούσε να δυσχεράνει τις αμερικανικές προσπάθειες για μια συνολική και διαρκή συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι ο Τραμπ διατηρεί τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει τις συγκεκριμένες εξουσίες οποιαδήποτε στιγμή κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην επιστροφή του Κογκρέσου στις εργασίες του, καθώς μένει να φανεί εάν η διακομματική αντίδραση θα μετατραπεί σε συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες που θα αμφισβητήσουν την επιλογή του Αμερικανού προέδρου.