Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε ισχυρότερη θέση απέναντι στις δημοσιονομικές προκλήσεις, παρά την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων και τις πιέσεις της ενεργειακής κρίσης, εκτίμησε ο πρόεδρος του Eurogroup και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Μιλώντας στο CNN, στο περιθώριο της ετήσιας συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ, εμφανίστηκε καθησυχαστικός για το ενδεχόμενο νέας κρίσης χρέους, τονίζοντας ότι οι εξελίξεις παρακολουθούνται με προσοχή, χωρίς όμως λόγο υπέρμετρης ανησυχίας.
Ο κ. Πιερρακάκης σημείωσε ότι η εικόνα στην αγορά ομολόγων έχει σε μεγάλο βαθμό διεθνή χαρακτηριστικά. Πριν από δέκα χρόνια η μέση απόδοση των ευρωπαϊκών ομολόγων ήταν 1,1%, ενώ σήμερα η μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων είναι 4,4%, με τις πληθωριστικές προοπτικές να αυξάνονται παγκοσμίως λόγω της ενέργειας, της Τεχνητής Νοημοσύνης και άλλων παραγόντων.
Όπως είπε, η εποχή του φθηνού και άφθονου κεφαλαίου έχει παρέλθει, κάτι που προσθέτει πιέσεις στις υφιστάμενες δημοσιονομικές προκλήσεις. Οι αγορές, πρόσθεσε, εξετάζουν προσεκτικά τη δημοσιονομική πορεία κάθε χώρας, και όσο μεγαλύτερη η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής και του πολιτικού συστήματος, τόσο καλύτερα αποτυπώνεται στις αποδόσεις.
Η Ευρώπη, υποστήριξε, διαθέτει ισχυρό δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο εφαρμόζεται. Συμφώνησε επίσης με την Κριστίν Λαγκάρντ ότι η λύση για τη Γαλλία βρίσκεται στη Γαλλία.
Ο δημοσιογράφος του CNN, Ρίτσαρντ Κουέστ, έθεσε το ζήτημα της αντίφασης ανάμεσα στο αίτημα ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, και της ελληνικής, για μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο και στην έκκληση του ΔΝΤ για περιορισμό της δημοσιονομικής επέκτασης.
Ο κ. Πιερρακάκης απάντησε ότι δεν υπάρχει εγγενής αντίφαση, καθώς το υφιστάμενο πλαίσιο και οι ρήτρες του επιτρέπουν ευελιξίες χωρίς δημοσιονομική επέκταση. Η πρόταση, εξήγησε, δεν αφορά περισσότερες δαπάνες αλλά διαφορετική κατανομή τους.
Υπάρχει ήδη η ρήτρα διαφυγής, που προβλέφθηκε για τις αμυντικές δαπάνες και επεκτάθηκε στις ενεργειακές επενδύσεις, ενώ συζητείται ο πλέον στοχευμένος τρόπος αξιοποίησής της. Ο κ. Κουέστ επέμεινε ότι η προσέγγιση είναι υπερβολικά αισιόδοξη.
Για την ενεργειακή κρίση, που αναμένεται να διαρκέσει, ο πρόεδρος του Eurogroup τόνισε την ανάγκη στήριξης των πολιτών, αναφερόμενος στο πακέτο των 1,4 δισ. ευρώ που έχει ανακοινώσει η Ελλάδα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όπως είπε, αυτό ήταν εφικτό χάρη στην εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκτίμησε ότι η ΕΕ μπορεί να στηρίξει τους πολίτες διατηρώντας τη δημοσιονομική σταθερότητα, καθώς βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση σε σχέση με την περίοδο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, με περισσότερες ενεργειακές επενδύσεις και διαφοροποίηση πηγών. Απαιτούνται ωστόσο περαιτέρω επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας, δίκτυα και διασυνδέσεις.
Για την Τραπεζική Ένωση, ο κ. Κουέστ άσκησε κριτική για τις επαναλαμβανόμενες δεσμεύσεις χωρίς ουσιαστική πρόοδο, εκτιμώντας ότι η μεταρρύθμιση δύσκολα θα ολοκληρωθεί. Ο κ. Πιερρακάκης διαφώνησε, παραδεχόμενος όμως ότι το ζητούμενο είναι η εφαρμογή: «υλοποίηση, υλοποίηση, υλοποίηση».
Ως παράδειγμα προόδου ανέφερε την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών, όπου τους τελευταίους δέκα μήνες σημειώθηκε μεγαλύτερη πρόοδος από ό,τι την προηγούμενη δεκαετία, με αρχική συμφωνία στο Συμβούλιο για την εποπτεία τους. Ανάλογη πρόοδος, εκτίμησε, μπορεί να υπάρξει και στον τραπεζικό τομέα.
Συμφώνησε ακόμη ότι η έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα χρειάζεται περαιτέρω εφαρμογή, σημειώνοντας ότι η διάγνωση έχει γίνει και από τον ίδιο και από τον Ενρίκο Λέτα.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες, είπε, χρειάζονται μεγαλύτερη κλίμακα για να επενδύουν περισσότερο στην Ευρώπη και να ανταγωνίζονται διεθνώς, με άρση των εμποδίων που κατακερματίζουν την ενιαία αγορά.
Επικαλούμενος εκτιμήσεις του ΔΝΤ, ανέφερε ότι τα εμπόδια ισοδυναμούν με δασμό 110% στις υπηρεσίες και 44% στη μεταποίηση, ενώ περίπου το ένα τρίτο του χάσματος παραγωγικότητας με τις ΗΠΑ αποδίδεται στην έλλειψη αρκετά μεγάλων επιχειρήσεων.
Ο κ. Κουέστ υποστήριξε ότι η δημιουργία πανευρωπαϊκών ομίλων σε τράπεζες, Τεχνητή Νοημοσύνη και τηλεπικοινωνίες προϋποθέτει δύσκολες επιλογές, αφού δεν μπορούν να βγουν όλες οι χώρες κερδισμένες.
Ο κ. Πιερρακάκης απάντησε ότι με ανάπτυξη σε μεγαλύτερη κλίμακα όλες οι χώρες μπορούν να ωφεληθούν. Παραδέχθηκε ότι οι κυβερνήσεις συμφωνούν στη θεωρία αλλά στην πράξη επικαλούνται εθνικές ιδιαιτερότητες, εκτιμώντας όμως ότι αυτό αλλάζει λόγω του ασταθούς διεθνούς περιβάλλοντος, του γεωπολιτικού κατακερματισμού και της ανάγκης διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών.
Κλείνοντας, χαρακτήρισε ρεαλιστική και όχι απλώς αισιόδοξη την εκτίμηση ότι η Ευρώπη θα προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές, με το ζητούμενο να είναι πόση απόσταση θα διανυθεί.