Η τοποθέτηση αυτή αντανακλά τη διεθνή ανησυχία για το ενδεχόμενο ενός νέου, ανεξέλεγκτου αγώνα εξοπλισμών, καθώς η λήξη της διμερούς συμφωνίας New START τον περασμένο Φεβρουάριο άφησε για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες τις ΗΠΑ και τη Ρωσία χωρίς κανένα θεσμικό περιορισμό στο πυρηνικό τους οπλοστάσιο.
Η ρωσική κυβέρνηση διαμήνυσε με ξεκάθαρο τρόπο ότι οποιαδήποτε προσπάθεια πλήγματος κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας θα μπορούσε, υπό ακραίες συνθήκες, να πυροδοτήσει ακόμη και τη χρήση πυρηνικών όπλων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο επέκτασης της παρουσίας πυρηνικών όπλων σε περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, σε μια προσπάθεια να διαβεβαιώσουν τους συμμάχους τους ότι οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας παραμένουν ισχυρές, παρά τις συζητήσεις για μείωση της συμβατικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη.
Η Ευρώπη εξαρτάται διαχρονικά από τη λεγόμενη πυρηνική ομπρέλα των ΗΠΑ, η οποία συνίσταται τόσο στην παρουσία αμερικανικών όπλων στην ήπειρο όσο και στη ρήτρα συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ.
Στο διπλωματικό επίπεδο, οι περιφερειακές ισορροπίες παραμένουν ρευστές. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ δεν θεωρείται ότι εξουδετέρωσαν την ιρανική απειλή, ενώ μακροπρόθεσμα η ενίσχυση σουνιτικών δυνάμεων ή ακόμη και πιθανή πυρηνικοποίησή τους θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα στρατηγικά διλήμματα για το Ισραήλ.
Η εθνική κυριαρχία για την απόφαση χρήσης πυρηνικών όπλων παραμένει απόλυτη, αλλά «κάθε αντίπαλος που απειλεί ζωτικά συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου ή της Γαλλίας μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με την ισχύ των πυρηνικών δυνάμεων των δυο χωρών», ανέφεραν το Λονδίνο και το Παρίσι.