Το Ιράκ έχει υποστεί οικονομικές απώλειες που υπολογίζονται σε περίπου 60 δισ. δολάρια από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, εξαιτίας της δραστικής μείωσης των εξαγωγών πετρελαίου που προκάλεσε ο περιορισμός της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Φουάντ Χουσεΐν, κατά τη συνάντησή του στη Ρώμη με τον Ιταλό ομόλογό του.
Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, στα τέλη Φεβρουαρίου, με τα ισραηλινοαμερικανικά πλήγματα στο Ιράν, το Ιράκ παρήγαγε περίπου 4 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, εκ των οποίων τα 3,5 εκατ. προορίζονταν για εξαγωγή. Το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών πραγματοποιούνταν από το νότιο τμήμα της χώρας, μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα περάσματα για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Ο περιορισμός της ναυσιπλοΐας από το Ιράν είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η παραγωγή στα περισσότερα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Ιράκ, καθώς οι διαθέσιμες αποθηκευτικές υποδομές δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες. Ως εναλλακτικές λύσεις, η χώρα στράφηκε εκ νέου στις περιορισμένες εξαγωγές μέσω της Συρίας, με βυτιοφόρα, και της Τουρκίας, μέσω αγωγού.
«Το Ιράκ υπέστη απώλειες που εκτιμώνται σε περίπου 60 δισ. δολάρια κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν», ανέφερε ο Χουσεΐν, σύμφωνα με ανακοίνωση του ιρακινού υπουργείου Εξωτερικών. Προειδοποίησε, παράλληλα, ότι η συνέχιση της σύγκρουσης επιδεινώνει την παγκόσμια ενεργειακή κρίση και εντείνει τις ανησυχίες για την άνοδο του πληθωρισμού, με αρνητικές συνέπειες για τις οικονομίες πολλών χωρών.
Οι πετρελαϊκές εξαγωγές, από τις οποίες προέρχεται περίπου το 90% των κρατικών εσόδων του Ιράκ, κατέγραψαν πρόσφατα περιορισμένη ανάκαμψη. Σύμφωνα με το υπουργείο Πετρελαίου, από την 1η έως τις 21 Σεπτεμβρίου οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 2,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έπειτα από τη σημαντική υποχώρηση που είχε προηγηθεί.
Παράλληλα, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας μειώθηκαν κατά 20 δισ. δολάρια, ενώ οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν αισθητά. Σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των οικονομικών πιέσεων, η κεντρική τράπεζα προχώρησε την περασμένη εβδομάδα σε αύξηση της επίσημης ισοτιμίας του δολαρίου για πρώτη φορά έπειτα από περισσότερα από τρία χρόνια.
Η κυβέρνηση επιδιώκει, επίσης, να περιορίσει την εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο, αυξάνοντας το μερίδιο των κρατικών εσόδων από άλλους τομείς από το 10% στο 45% έως το 2037.
Η εξάρτηση του Ιράκ από τις πετρελαϊκές εισπράξεις καθιστά τη χώρα ιδιαίτερα ευάλωτη στις διαταραχές της ενεργειακής αγοράς. Τα έσοδα από τις εξαγωγές χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση των εισαγωγών, τη στήριξη της ισοτιμίας του δηναρίου και την καταβολή μισθών στους δημοσίους υπαλλήλους και συντάξεων, οι οποίες αφορούν περίπου το 20% του πληθυσμού, που ξεπερνά τα 46 εκατομμύρια.
Την ίδια ώρα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υπογράμμισε ότι το Ιράκ συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από τις σοβαρές διαταραχές στις μεταφορές που προκάλεσε ο πόλεμος.