Σε μια κρίσιμη καμπή για τη διεθνή ασφάλεια, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ απέτυχε να καταλήξει σε συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, καθώς η Ρωσία και η Κίνα άσκησαν βέτο σε ένα ήδη αποδυναμωμένο ψήφισμα.
Η εξέλιξη αυτή σημειώθηκε μόλις λίγες ώρες πριν την εκπνοή του τελεσιγράφου που έχει θέσει ο Ντόναλντ Τραμπ στην Τεχεράνη, αυξάνοντας κατακόρυφα τον κίνδυνο στρατιωτικών πληγμάτων σε ιρανικές υποδομές. Η ψηφοφορία κατέγραψε 11 ψήφους υπέρ, ενώ η Κολομβία και το Πακιστάν επέλεξαν την αποχή, αφήνοντας το Συμβούλιο σε πλήρες αδιέξοδο.
Το αρχικό σχέδιο που κατέθεσε το Μπαχρέιν, σε συντονισμό με κράτη του Κόλπου και την Ιορδανία, ήταν ιδιαίτερα αυστηρό, προβλέποντας τη χρήση «όλων των αναγκαίων μέσων» —διατύπωση που άνοιγε τον δρόμο για στρατιωτική δράση. Ωστόσο, μετά από σφοδρές αντιδράσεις της Ρωσίας, της Κίνας αλλά και της Γαλλίας, το κείμενο τροποποιήθηκε δραστικά. Οι αναφορές σε επιθετικές ενέργειες αφαιρέθηκαν, δίνοντας τη θέση τους σε ηπιότερες διατυπώσεις που επέτρεπαν μόνο «αμυντικά μέσα» και ενθάρρυναν τον συντονισμό των κρατών-μελών για την προστασία της ναυσιπλοΐας απέναντι σε προκλήσεις.
Παρά τις υποχωρήσεις στη διατύπωση, η Μόσχα και το Πεκίνο δεν κάμφθηκαν, τηρώντας στάση προστασίας προς την Τεχεράνη, η οποία διατηρεί τον έλεγχο των Στενών από τα τέλη Φεβρουαρίου. Αυτή τη στιγμή, η διέλευση από το στρατηγικής σημασίας πέρασμα, από όπου διακινείται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, επιτρέπεται επιλεκτικά μόνο σε πλοία χωρών που το Ιράν θεωρεί «φιλικές».
Το διπλωματικό αυτό αδιέξοδο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σχετική ομοφωνία της προηγούμενης εβδομάδας, όταν το Συμβούλιο είχε καταφέρει να υιοθετήσει ψήφισμα καταδίκης των ιρανικών επιθέσεων, με τη Ρωσία και την Κίνα να περιορίζονται τότε στην αποχή.