Όπως μεταδίδει η αμερικανική εφημερίδα, ο στρατηγός Ζανγκ Γιούσια ερευνάται για διαρροή κρίσιμων πληροφοριών που αφορούν το κινεζικό πυρηνικό οπλοστάσιο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για εκτεταμένη διαφθορά.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τις υποψίες της Ουάσινγκτον ότι το Πεκίνο αξιοποιεί τις εκτεταμένες αγορές γης όχι μόνο για επενδυτικούς σκοπούς, αλλά και ως μέσο παρακολούθησης στρατιωτικών δραστηριοτήτων και κρίσιμων υποδομών.
Οι νέες κυρώσεις που επέβαλαν στα τέλη του 2025 οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση, στοχεύοντας ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες και ναυτιλιακούς φορείς –μεταξύ αυτών οι Rosneft και Lukoil– έχουν περιπλέξει τις συναλλαγές για διεθνείς αγοραστές και έχουν αυξήσει τον έλεγχο στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η κίνηση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού της Ουάσιγκτον για τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας και τη μείωση της εξάρτησης από την κινεζική αγορά, η οποία παραδοσιακά ελέγχει τον κλάδο.
. Η κινεζική στρατηγική στοχεύει στην αποδυνάμωση της αμερικανικής πολιτικής «περιορισμού» μέσω της λεγόμενης ήπιας ισχύος, της οικονομικής διπλωματίας και της προώθησης της εικόνας της Κίνας ως «υπεύθυνης υπερδύναμης».
Σε ιδιαίτερα οξύ τόνο τοποθετήθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Καναδά, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε εμπορική προσέγγιση της Οτάβας με το Πεκίνο θα έχει σοβαρές συνέπειες.
Η κατεύθυνση αυτή, που αποτυπώνεται σε νέο στρατηγικό έγγραφο Εθνικής Άμυνας, ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην κορεατική χερσόνησο.
Σύμφωνα με το έγγραφο, η Ουάσινγκτον προτίθεται να συνεχίσει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη Συμμαχία, ακόμη και αν προχωρήσει σε αναπροσαρμογές της στρατιωτικής της παρουσίας στην Ευρώπη.
Το συμπέρασμα πολλών αναλυτών είναι ότι, χωρίς να σημαίνει πως επίκειται άμεση επίθεση, ο συνδυασμός πολιτικών, στρατιωτικών και διεθνών παραγόντων δημιουργεί σήμερα για το Πεκίνο συνθήκες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι πιο ευνοϊκές των τελευταίων ετών για να επιχειρήσει να επιβάλει λύση στο ζήτημα της Ταϊβάν.
Η δήλωση αυτή έρχεται μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις απειλές για επιβολή δασμών στην Ευρώπη, έχοντας καταλήξει σε ένα προσχέδιο συμφωνίας με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το ενδεχόμενο το νέο σχήμα να παρουσιαστεί ως αντίβαρο στο Ισραήλ και στις χώρες που συμμετέχουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Μια τέτοια αντίληψη θα μπορούσε να σκληρύνει τον ανταγωνισμό ασφαλείας, αποσταθεροποιώντας εύθραυστες ισορροπίες και αυξάνοντας τους κινδύνους για το Ισραήλ και τα δυτικά συμφέροντα.
Μακριά από τη δημόσια προσοχή, η Άγκυρα δεν περιορίζεται στη διαχείριση της τρέχουσας αστάθειας, αλλά επενδύει στρατηγικά στη «μετά την κρίση» εποχή, επιδιώκοντας να αναδειχθεί σε ρυθμιστή του πολιτικού μέλλοντος της χώρας.
Η έγκριση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ επιδιώκει επανεκκίνηση των σχέσεων με το Πεκίνο και ετοιμάζεται για επίσημη επίσκεψη στην Κίνα αργότερα μέσα στον μήνα – την πρώτη Βρετανού πρωθυπουργού από το 2018.
Την αντίθεση της Κίνας σε μια διεθνή τάξη που βασίζεται στη λογική της ισχύος εξέφρασε ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης, Χε Λιφένγκ, από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός.
Στο Πεκίνο εκτιμούν ότι ο ρόλος του στην περιφερειακή διαμεσολάβηση, και ειδικά στο παλαιστινιακό ζήτημα και τη Λωρίδα της Γάζας, εναρμονίζεται πλήρως με το κινεζικό δόγμα της «κοινής ασφάλειας».
Ο δείκτης γεννητικότητας στην Κίνα υποχώρησε το 2025 στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1949, παρά τις προσπάθειες των αρχών να ανακόψουν τη δημογραφική παρακμή, όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία της κινεζικής στατιστικής υπηρεσίας (BNS).