Όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου, το κεντρικό ερώτημα δεν περιορίζεται στο αν η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ συνεπάγεται πολιτικό κόστος.
Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι αν το κόστος αυτό θα διαβρώσει τον ίδιο τον εκλογικό πυρήνα που τον διατηρεί στην κορυφή της αμερικανικής πολιτικής σκηνής.
Η ανθεκτικότητα του εκλογικού συνασπισμού MAGA
Παρά τις παραδοσιακές πολιτικές νόρμες, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποδείξει σταθερή ικανότητα να διατηρεί και να διευρύνει την εκλογική του βάση σε απόλυτους αριθμούς.
Το 2016 συγκέντρωσε περίπου 63 εκατομμύρια ψήφους κερδίζοντας την πλειοψηφία στο Κολλέγιο των Εκλεκτόρων, το 2020 έφτασε τα 74,2 εκατομμύρια παρά την ήττα του, ενώ το 2024 άγγιξε τα 77,3 εκατομμύρια, εξασφαλίζοντας την επιστροφή του στην προεδρία.
Η δυναμική αυτή δεν ακολουθεί απαραίτητα μια γραμμική αύξηση της προσωπικής του δημοτικότητας, αλλά στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες:
1. Στη μετανάστευση και τη δημόσια τάξη, όπου έθεσε ως προτεραιότητα τον έλεγχο των συνόρων προσελκύοντας πολίτες απογοητευμένους από την παγκοσμιοποίηση.
2. Στον οικονομικό εθνικισμό, προωθώντας τον προστατευτισμό απέναντι στο διεθνές εμπορικό σύστημα.
3. Στην εξωτερική αυτοσυγκράτηση, κατακρίνοντας την πλανητική υπερέκταση των ΗΠΑ και υποσχόμενος αναδίπλωση από μέτωπα διπλωματικής και στρατιωτικής αιμορραγίας.
4. Στον κοινωνικό συντηρητισμό, προτάσσοντας παραδοσιακές αξίες απέναντι στις πολιτικές δικαιωματισμού των Δημοκρατικών.
Το πολιτικό περιβάλλον και οι προκλήσεις των Midterms
Η τρέχουσα συγκυρία παρουσιάζει σοβαρές πιέσεις για τον Λευκό Οίκο.
Οι δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου καταγράφουν την αποδοχή του Τραμπ σε χαμηλά επίπεδα μεταξύ 32% και 39%, επιβαρυμένη από το αυξημένο κόστος ζωής, την οικονομική πίεση και τις πολεμικές εξελίξεις με το Ιράν. Παράλληλα, οι εθνικές μετρήσεις δίνουν σαφές προβάδισμα στους Δημοκρατικούς για τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ωστόσο, η εικόνα παραμένει σύνθετη. Η εκλογική γεωγραφία της Γερουσίας λειτουργεί διαφορετικά από εκείνη της Βουλής, ενώ η πρόθεση συμμετοχής των συμπαγών ψηφοφόρων του MAGA εμφανίζεται αισθητά υψηλότερη σε σύγκριση με τους μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς, λειτουργώντας ως ανάχωμα στις πιθανές διαρροές.
--
--
Κρίση εκπροσώπησης και το «Άγχος της Αποσυνδεδεμένης Αυτοκρατορίας»
Πέρα από τις προσωπικές επιδόσεις του Τραμπ, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια βαθύτερη κρίση εκπροσώπησης. Έρευνα του Pew Institute τον Μάιο αποτύπωσε ότι το 58% των Αμερικανών διακρατεί αρνητική άποψη για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και το 59% για το Δημοκρατικό, ενώ το 26% απορρίπτει και τα δύο κόμματα ταυτόχρονα.
Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτήθηκε από μια σειρά ιστορικών παραγόντων που διαμόρφωσαν το σημερινό τοπίο. Τα πλήγματα μετά το 2000, όπως οι πόλεμοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν, η οικονομική κρίση του 2008 και η αποβιομηχάνιση, αποδυνάμωσαν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Στη συνέχεια, η εκλογή Ομπάμα το 2008 αμφισβήτησε τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς και ενεργοποίησε βαθύτερες κοινωνικές και φυλετικές διαιρέσεις.
Αυτές οι διεργασίες διευκόλυναν την άνοδο του Τραμπισμού και τη μετατροπή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε έναν προσωποπαγή εθνικιστικό μηχανισμό, την ίδια στιγμή που το Δημοκρατικό Κόμμα ταλανίζεται από εσωτερικές εντάσεις ανάμεσα σε κεντρώους, προοδευτικούς και τη δικαιωματική Αριστερά.
Ο Τραμπισμός δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο, αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να συμφωνήσει στον ρόλο, το κόστος και τα όρια της αμερικανικής ισχύος στον 21ο αιώνα. Η τάση επιστροφής σε έναν νέου τύπου απομονωτισμό έρχεται σε άμεση σύγκρουση με έναν απόλυτα διασυνδεδεμένο πλανήτη, καθιστώντας την κρίση νομιμοποίησης της αμερικανικής ηγεσίας κομβικό παράγοντα για τις διεθνείς εξελίξεις.
Αυτές οι διεργασίες διευκόλυναν την άνοδο του Τραμπισμού και τη μετατροπή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε έναν προσωποπαγή εθνικιστικό μηχανισμό, την ίδια στιγμή που το Δημοκρατικό Κόμμα ταλανίζεται από εσωτερικές εντάσεις ανάμεσα σε κεντρώους, προοδευτικούς και τη δικαιωματική Αριστερά.
Ο Τραμπισμός δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο, αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να συμφωνήσει στον ρόλο, το κόστος και τα όρια της αμερικανικής ισχύος στον 21ο αιώνα. Η τάση επιστροφής σε έναν νέου τύπου απομονωτισμό έρχεται σε άμεση σύγκρουση με έναν απόλυτα διασυνδεδεμένο πλανήτη, καθιστώντας την κρίση νομιμοποίησης της αμερικανικής ηγεσίας κομβικό παράγοντα για τις διεθνείς εξελίξεις.