Με την ελπίδα για μια «έντιμη και αμοιβαία αποδεκτή κατανόηση», ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, αναχώρησε για τη Μουσκάτ του Ομάν, προκειμένου να συμμετάσχει στις αυριανές συνομιλίες με την αμερικανική πλευρά για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Μέσω του εκπροσώπου του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπακαΐ, η Τεχεράνη διαμήνυσε ότι προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις με σοβαρότητα και κύρος, καλώντας την Ουάσινγκτον να επιδείξει αντίστοιχο ρεαλισμό και υπευθυνότητα, υπογραμμίζοντας ότι η διπλωματία αποτελεί τη μόνη βιώσιμη οδό για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή.
Το κλίμα, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα τεταμένο. Σύμφωνα με διεθνή μέσα ενημέρωσης, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αρνηθεί επανειλημμένα να αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι οι συνομιλίες διεξάγονται επειδή η Τεχεράνη επιδιώκει να αποφύγει ένα ενδεχόμενο πλήγμα. Στο ίδιο πλαίσιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενισχύσει τη στρατιωτική τους παρουσία στην Αραβική Θάλασσα, στέλνοντας σαφές μήνυμα πίεσης προς την ιρανική ηγεσία.
Οι αυριανές συνομιλίες αναμένεται να κριθούν από βαθιές και ουσιαστικές διαφωνίες. Η ιρανική πλευρά επιμένει ότι η ατζέντα πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στο πυρηνικό της πρόγραμμα και στην άρση των κυρώσεων, απορρίπτοντας κάθε συζήτηση για το βαλλιστικό της πρόγραμμα ή για τον ρόλο της σε περιφερειακές συγκρούσεις. Αντίθετα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί αναγκαία τη συμπερίληψη όλων των ζητημάτων ασφαλείας, περιλαμβανομένων των πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν και της στήριξής του σε περιφερειακές οργανώσεις.
Στην αμερικανική αποστολή αναμένεται να συμμετάσχει ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ, ενώ υπάρχουν αναφορές για παρουσία και άλλων υψηλόβαθμων προσώπων, γεγονός που καταδεικνύει το υψηλό πολιτικό βάρος της συνάντησης. Η διεξαγωγή των συνομιλιών στο Ομάν κατέστη δυνατή ύστερα από έντονο διπλωματικό παρασκήνιο και παρεμβάσεις ηγετών αραβικών και μουσουλμανικών χωρών, οι οποίοι φοβούνται ότι μια κατάρρευση του διαλόγου θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη περιφερειακή σύρραξη.
Οι συνομιλίες πραγματοποιούνται σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκυρία, καθώς το Ιράν έχει αυξήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου σε επίπεδα που φθάνουν το 60%, πλησιάζοντας σε όρια τα οποία προκαλούν διεθνή ανησυχία για ενδεχόμενη στρατιωτική αξιοποίηση του προγράμματος. Από αμερικανικής πλευράς, έχει διαμηνυθεί ότι πιθανή «κόκκινη γραμμή» αποτελεί η άμεση παύση λειτουργίας προηγμένων φυγοκεντρητών σε κρίσιμες πυρηνικές εγκαταστάσεις, ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, δήλωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ προσβλέπει στις συνομιλίες της Παρασκευής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία με το Ιράν. Τόνισε, ωστόσο, ότι όσο οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, η ιρανική ηγεσία θα πρέπει να γνωρίζει πως ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει «πολλές επιλογές πέρα από τη διπλωματία», ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παράλληλα, διεθνείς αναλύσεις επισημαίνουν ότι η ιρανική οικονομία βρίσκεται σε οριακό σημείο, εξαιτίας του ενεργειακού ελλείμματος και του υψηλού πληθωρισμού, γεγονός που ενδέχεται να ωθεί την Τεχεράνη στην αναζήτηση μιας ταχείας λύσης, παρά τη σκληρή ρητορική της. Την ίδια στιγμή, η αυριανή συνάντηση χαρακτηρίζεται από διεθνείς αναλυτές ως «παιχνίδι υψηλού ρίσκου», όπου ακόμη και μια μικρή παρερμηνεία θα μπορούσε να μετατρέψει τη διπλωματική διαδικασία σε αφορμή για σοβαρή κλιμάκωση.
Στο μεταξύ, ο πρόεδρος της Τουρκίας δήλωσε ότι η χώρα του καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψει τη διολίσθηση της περιοχής στο χάος λόγω των αμερικανοϊρανικών εντάσεων, ενώ ο Γερμανός καγκελάριος κάλεσε την ιρανική ηγεσία να προσέλθει στις συνομιλίες με πνεύμα συνεργασίας και να συμβάλει στην αποκλιμάκωση.
Η αυριανή ημέρα θεωρείται καθοριστική, καθώς θα δείξει εάν οι δύο πλευρές μπορούν να βρουν κοινό έδαφος για αποκλιμάκωση ή αν η Μέση Ανατολή θα εισέλθει σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση αντιπαράθεσης.