Σοβαρά ερωτήματα περί σύγκρουσης συμφερόντων και πολιτικής διαφθοράς εγείρει αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal (1/2), σύμφωνα με το οποίο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επένδυσαν 500 εκατ. δολάρια στη νεοσύστατη εταιρεία κρυπτονομισμάτων του Ντόναλντ Τραμπ, λίγες μόλις εβδομάδες πριν ο Αμερικανός πρόεδρος άρει τους περιορισμούς στην πώληση προηγμένων τσιπ Τεχνητής Νοημοσύνης προς τη χώρα του Κόλπου.
Η συμφωνία υπογράφηκε τέσσερις ημέρες πριν από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, δίνοντας στα ΗΑΕ ποσοστό 49% στη World Liberty Financial. Από το συνολικό ποσό, τα μισά καταβλήθηκαν άμεσα: περίπου 187 εκατ. δολάρια κατευθύνθηκαν σε εταιρείες της οικογένειας Τραμπ και άλλα 31 εκατ. σε οντότητες που συνδέονται με τον συνιδρυτή της εταιρείας, Στιβ Γουίτκοφ.
Ο Γουίτκοφ, μεγιστάνας ακινήτων και στενός φίλος του Τραμπ, διορίστηκε από τον ίδιο ειδικός απεσταλμένος για κρίσιμα διεθνή μέτωπα, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και η σύγκρουση στη Γάζα. Τη συμφωνία εκ μέρους της World Liberty υπέγραψε ο Έρικ Τραμπ, γιος του προέδρου.
Λίγους μήνες αργότερα, οι ΗΠΑ δεσμεύθηκαν να παρέχουν στα ΗΑΕ πρόσβαση σε περίπου 500.000 από τα πλέον προηγμένα τσιπ Τεχνητής Νοημοσύνης ετησίως, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα data centers παγκοσμίως. Σύμφωνα με τη WSJ, πίσω από την επένδυση βρισκόταν ο σεΐχης Ταχνούν μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν, κορυφαίο μέλος της βασιλικής οικογένειας των Εμιράτων, ο οποίος ασκούσε έντονο λόμπινγκ στην Ουάσινγκτον για την άρση των περιορισμών στα τσιπ.
Μετά την επάνοδο του Τραμπ στην εξουσία, ο Ταχνούν είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον ίδιο, τον Γουίτκοφ και άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους, ακόμη και στον Λευκό Οίκο. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στάση της κυβέρνησης Μπάιντεν, η οποία είχε μπλοκάρει τις εξαγωγές λόγω των στενών δεσμών των ΗΑΕ με την Κίνα και του φόβου διαρροής τεχνολογίας.
Η απόφαση Τραμπ επέτρεψε, μεταξύ άλλων, στην εταιρεία G42 –συνδεδεμένη με τον Ταχνούν και με σχέσεις με τη Huawei– να λαμβάνει 100.000 τσιπ ετησίως. Ο Ταχνούν, γνωστός και ως «σεΐχης-κατάσκοπος», είναι σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των Εμιράτων και ελέγχει κρατικά επενδυτικά κεφάλαια ύψους 1,3 τρισ. δολαρίων.
Η WSJ σημειώνει ότι πρόκειται για κάτι άνευ προηγουμένου στην αμερικανική πολιτική: αξιωματούχος ξένης κυβέρνησης να αποκτά τόσο μεγάλο μερίδιο σε εταιρεία εν ενεργεία προέδρου. Η καθηγήτρια Νομικής και ειδική σε θέματα δεοντολογίας Κάθλιν Κλαρκ χαρακτήρισε τη συναλλαγή «ύποπτη για δωροδοκία», προειδοποιώντας ότι «μοιάζει με συναγερμό πέντε επιπέδων για μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση που βγαίνει προς πώληση».
Ακόμη και πρώην συνεργάτες του Τραμπ εκφράζουν ανησυχία. Ο Τάι Κομπ, πρώην νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου, τόνισε ότι οι συγκρούσεις συμφερόντων του Τραμπ ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «είναι σαν να παραπονιέσαι για καγιάκ την ώρα που πετούν Β-52».
Η υπόθεση περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι τον Απρίλιο επενδυτικό σχήμα υπό τον Ταχνούν ανακοίνωσε επένδυση 2 δισ. δολαρίων στο ανταλλακτήριο Binance, χρησιμοποιώντας το stablecoin της World Liberty. Η κίνηση εξασφάλισε στην εταιρεία του Τραμπ αποθεματικό 2 δισ. δολαρίων, το οποίο επενδύεται σε αμερικανικά ομόλογα, αποφέροντας περίπου 80 εκατ. δολάρια ετησίως.
Τον Οκτώβριο, ο Τραμπ απένειμε χάρη στον ιδρυτή της Binance, Τσανγκπένγκ Ζάο, ο οποίος είχε καταδικαστεί για παραβιάσεις της νομοθεσίας κατά του ξεπλύματος χρήματος. Η απόφαση προκάλεσε οργή στους Δημοκρατικούς, που κατηγόρησαν τον πρόεδρο ότι «πουλά χάρες στον πλειοδότη». Ο Ζάο, μόνιμος κάτοικος Αμπού Ντάμπι και κάτοχος υπηκοότητας των Εμιράτων, διατηρεί στενές σχέσεις με τον Ταχνούν και τη βασιλική οικογένεια.
Το πλέγμα οικονομικών συναλλαγών, πολιτικών αποφάσεων και προσωπικών διασυνδέσεων αναδεικνύει, σύμφωνα με τους επικριτές, μια πρωτοφανή συγχώνευση εξουσίας και επιχειρηματικών συμφερόντων στο ανώτατο επίπεδο της αμερικανικής πολιτικής.