Νέα τροπή λαμβάνει ο τεχνολογικός και οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί να βάλει «φρένο» στη ροή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων και τεχνογνωσίας προς κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς στρατηγικών της ανταγωνιστών.
Σύμφωνα με το Associated Press, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών παρουσίασε ένα νέο, αυστηρότερο πλαίσιο κανονισμών σε εφαρμογή του νόμου COINS, διευρύνοντας σημαντικά τον έλεγχο των εξερχόμενων επενδύσεων. Το σχέδιο στοχεύει να εμποδίσει αμερικανικές εταιρείες και επενδυτικά κεφάλαια να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη τεχνολογιών διπλής χρήσης σε χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα. Στο επίκεντρο των περιορισμών βρίσκονται η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί, η κβαντική υπολογιστική, τα υπερηχητικά συστήματα, αλλά και η βιοτεχνολογία, η οποία προστέθηκε λόγω της πιθανής στρατιωτικής και κυβερνοπολεμικής της αξιοποίησης.
Η αμερικανική στρατηγική ξεπερνά πλέον το μοντέλο των επιβολής δασμών και των εξαγωγικών ελέγχων, εστιάζοντας στο γεγονός ότι οι επενδύσεις συνοδεύονται συχνά από διοικητική τεχνογνωσία, δικτύωση και διεθνή αξιοπιστία που ενισχύουν τη στρατιωτική ισχύ ξένων κρατών. Παρότι προβλέπονται εξαιρέσεις για ορισμένες παθητικές χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις, το βάρος πέφτει στις τεχνολογίες που επηρεάζουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Η κίνηση αυτή έχει ήδη προκαλέσει την έντονη αντίδραση του Πεκίνου, το οποίο κατηγορεί την Ουάσιγκτον για καταχρηστική επίκληση της εθνικής ασφάλειας με σκοπό την παρεμπόδιση της θεμιτής οικονομικής συνεργασίας. Το προτεινόμενο σχέδιο τελεί υπό δημόσια διαβούλευση έως τον Δεκέμβριο, ωστόσο η κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής είναι ξεκάθαρη, μετατρέποντας το αμερικανικό κεφάλαιο σε κρίσιμο εργαλείο άσκησης γεωπολιτικής πίεσης.