Η Βενεζουέλα εισέρχεται σε μια εξαιρετικά ασταθή και απρόβλεπτη περίοδο μετά την αιφνιδιαστική σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος βρισκόταν στην εξουσία επί 12 χρόνια. Παρά τη βαρύτητα των εξελίξεων, η εικόνα στους δρόμους του Καράκας και άλλων μεγάλων πόλεων παραμένει παράδοξα σιωπηλή.
Οι πολίτες αποφεύγουν τις μετακινήσεις, φοβούμενοι συγκρούσεις ή γενικευμένη αστάθεια, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα. Μέχρι στιγμής δεν έχουν καταγραφεί οργανωμένες εμφανίσεις παραστρατιωτικών ομάδων που στηρίζουν το καθεστώς.
Όσοι βγαίνουν από τα σπίτια τους το κάνουν κυρίως για να εξασφαλίσουν βασικά αγαθά, τρόφιμα και φάρμακα, ενόψει ενός αβέβαιου αύριο. Δεν επικρατεί πανικός, ωστόσο η συσσώρευση προμηθειών αποτελεί πάγια αντίδραση των Βενεζουελάνων σε περιόδους κρίσης. Άδειοι δρόμοι συνδυάζονται με μεγάλες ουρές έξω από σούπερ μάρκετ και φαρμακεία, εικόνα που αποτυπώνει την ένταση της αναμονής.
Η αβεβαιότητα κυριαρχεί σε ολόκληρη τη χώρα. Κάτοικοι μιλούν για πόλεις που μοιάζουν «εγκαταλελειμμένες», με τον φόβο και την αγωνία να είναι διάχυτα. Υποστηρικτές της αντιπολίτευσης φέρονται να εκφράζουν την ικανοποίησή τους ιδιωτικά, αποφεύγοντας όμως δημόσιες εκδηλώσεις, καθώς παραμένει άγνωστο αν διαθέτουν τη στήριξη κρίσιμων θεσμών, όπως οι ένοπλες δυνάμεις.
Την ίδια στιγμή, αυξάνονται οι αντιδράσεις απέναντι στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Ουάσινγκτον θα «κυβερνήσει» τη Βενεζουέλα έως ότου υπάρξει πολιτική μετάβαση προκαλούν έντονο προβληματισμό και αίσθημα απώλειας κυριαρχίας. Καθοριστικός θεωρείται ο ρόλος του στρατού, με πολλούς πολίτες να περιμένουν να διαπιστώσουν πώς θα τοποθετηθεί.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η προσωρινή πρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες οφείλει να προκηρύξει εκλογές εντός 60 ημερών, ωστόσο η απουσία δημόσιων τοποθετήσεων και η πρόταση συνεργασίας της με τις ΗΠΑ εντείνουν την καχυποψία. Παράλληλα, κρατικά μέσα ενημέρωσης προβάλλουν σκληρά αντιαμερικανικά μηνύματα από υποστηρικτές του καθεστώτος, ενώ ο γιος του Μαδούρο κάλεσε τους οπαδούς του σε κινητοποιήσεις, διαμηνύοντας ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσουν.
Η κρίση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη Βενεζουέλα. Η ένταση εξαπλώνεται σε ολόκληρη τη διεθνή σκηνή, καθώς ο πρόεδρος της Κολομβίας Γουστάβο Πέτρο καταγγέλλει τις ΗΠΑ για «απαγωγή χωρίς νομική βάση» του Μαδούρο και απορρίπτει τις επαναλαμβανόμενες κατηγορίες του Τραμπ περί διακίνησης ναρκωτικών. Οι σχέσεις Ουάσινγκτον–Μπογκοτά, ιστορικά στρατηγικές, βρίσκονται πλέον στο χαμηλότερο σημείο τους.
Παράλληλα, νέο διπλωματικό μέτωπο ανοίγει και στην Ευρώπη. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, κάλεσε τον Ντόναλντ Τραμπ να «σταματήσει τις απειλές» σχετικά με το ενδεχόμενο ανάληψης ελέγχου της Γροιλανδίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως τόνισε, δεν υφίσταται καμία βάση για συζήτηση περί προσάρτησης, υπογραμμίζοντας ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν κανένα δικαίωμα να ενσωματώσουν οποιοδήποτε από τα τρία έθνη του Βασιλείου της Δανίας».
Η αντίδραση της Κοπεγχάγης ήρθε μετά από ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου χάρτης της Γροιλανδίας εμφανίστηκε στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας με τη λέξη «ΣΥΝΤΟΜΑ», κίνηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ο Τραμπ επανέλαβε τις θέσεις του, δηλώνοντας ότι «οι ΗΠΑ χρειάζονται τη Γροιλανδία» για λόγους στρατηγικής ασφάλειας.
Σε επίσημη ανακοίνωσή της, η Φρεντέρικσεν υπενθύμισε ότι η Δανία και η Γροιλανδία καλύπτονται από τις εγγυήσεις συλλογικής ασφάλειας του ΝΑΤΟ και ότι υπάρχει ήδη αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ που παρέχει πρόσβαση στο νησί. Τόνισε επίσης ότι η χώρα της έχει ενισχύσει σημαντικά την αμυντική της παρουσία στην Αρκτική, καλώντας την Ουάσινγκτον να σταματήσει τις απειλές απέναντι σε έναν στενό σύμμαχο και έναν λαό που «δεν είναι προς πώληση».
Σε αυτό το περιβάλλον, η Βενεζουέλα παραμένει σε πολιτικό κενό, με την κοινωνία παγωμένη, τη διεθνή ένταση να κλιμακώνεται και το μέλλον της χώρας να εξαρτάται από αποφάσεις που λαμβάνονται εντός και εκτός συνόρων, σε ένα σκηνικό υψηλού ρίσκου και γεωπολιτικών ανακατατάξεων.