Την προφυλάκιση του Νικολάς Μαδούρο στη Νέα Υόρκη, με νέα ακροαματική διαδικασία να έχει οριστεί για τις 17 Μαρτίου, αποφάσισε η αμερικανική Δικαιοσύνη. Ο 63χρονος, που κυβέρνησε τη Βενεζουέλα επί 13 χρόνια, βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύ κατηγορητήριο που τον παρουσιάζει ως επικεφαλής ενός διεφθαρμένου και παράνομου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος – σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές – επί δεκαετίες αξιοποιούσε την εξουσία για τη διευκόλυνση της διακίνησης ναρκωτικών και τη συνεργασία με αντάρτικες οργανώσεις και διεθνή καρτέλ, με τελικό προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Έξω από το δικαστήριο της Νέας Υόρκης συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες πολίτες, με το κλίμα να είναι διχασμένο: άλλοι χαιρέτισαν τη σύλληψη του Μαδούρο, ενώ άλλοι την κατήγγειλαν ως παράνομη και πολιτικά υποκινούμενη. Ο ίδιος επανέλαβε ότι θεωρεί εαυτόν τον νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας, δηλώνοντας πως δεν είχε ακόμη ενημερωθεί επαρκώς για το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου ούτε για τα δικαιώματά του. Μέσω διερμηνέα ανέφερε χαρακτηριστικά ότι μόλις τότε πληροφορήθηκε τις σχετικές διαδικασίες, ενώ η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, δήλωσε πως παραμένει «η πρώτη κυρία της Βενεζουέλας».
Κατά την αποχώρησή του από την αίθουσα του δικαστηρίου, ο Μαδούρο απάντησε σε ακτιβιστή που τον αποκάλεσε «παράνομο», υποστηρίζοντας ότι έχει απαχθεί και ότι είναι «αιχμάλωτος πολέμου». Μαζί του κατηγορούνται ακόμη τέσσερα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εσωτερικών Ντιοσντάντο Καμπέγιο και ο γιος του, οι οποίοι παραμένουν ασύλληπτοι.
Την ίδια στιγμή, ανησυχία προκαλούν εικόνες από το Καράκας, όπου καταγράφηκαν αντιαεροπορικά πυρά και χρήση drones κοντά στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αξιολογούν κορυφαίους αξιωματούχους του στρατού και της αστυνομίας ως πρόσωπα-κλειδιά που ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά τη μετάβαση της χώρας. Παράλληλα, η ορκωμοσία της προσωρινής προέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες σηματοδοτεί μια νέα, αλλά αβέβαιη πολιτική φάση, με τη Ρωσία και το Ιράν να συγκαταλέγονται στους πρώτους που έσπευσαν να την συγχαρούν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση Τραμπ ενημέρωσε εκτενώς το Κογκρέσο για την επιχείρηση στη Βενεζουέλα, ωστόσο η αντιπολίτευση εκφράζει επιφυλάξεις. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, έκανε λόγο για ένα ασαφές και μη πειστικό σχέδιο για την «επόμενη ημέρα» στη χώρα.
Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ταχείας ανοικοδόμησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας από αμερικανικές εταιρείες, εντός 18 μηνών, αν και εμφανίζεται επιφυλακτικός ως προς το χρονοδιάγραμμα διεξαγωγής εκλογών. Την ίδια ώρα, πετρελαϊκές εξαγωγές συνεχίζονται παρά τις κυρώσεις, με τη Chevron να παραμένει η μόνη αμερικανική εταιρεία που δραστηριοποιείται ενεργά στη χώρα.
Στο πολιτικό θρίλερ παρεμβαίνει και η Κίνα, η οποία κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι λειτουργούν ως «παγκόσμιος δικαστής» και δηλώνει έτοιμη να συνεργαστεί με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής για τη διατήρηση της σταθερότητας. Με τους στενούς δεσμούς Πεκίνου–Καράκας να παραμένουν ισχυροί, ο ρόλος της Κίνας θεωρείται καθοριστικός για τις εξελίξεις σε μια Βενεζουέλα που βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας σύνθετης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.