Σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ανοίξει νέους εμπορικούς δρόμους και να περιορίσει τις στρατηγικές της εξαρτήσεις, όπως τόνισε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε ομιλία της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η πρόεδρος της Κομισιόν υπογράμμισε την ανάγκη για διεύρυνση των εμπορικών εταίρων, αναφέροντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με την Ινδία και άλλες χώρες, οι οποίες, όπως είπε, μπορούν να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή οικονομία, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να βελτιώσουν την ασφάλεια εφοδιασμού.
Κομβικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική κατέχει η εμπορική συμφωνία με τη Mercosur. Λίγο πριν από κρίσιμη ψηφοφορία των ευρωβουλευτών για το αν το κείμενο θα παραπεμφθεί σε νομικό έλεγχο —μια κίνηση που θα μπορούσε να μεταθέσει την τελική έγκριση έως και δύο χρόνια— η φον ντερ Λάιεν υποστήριξε ότι η συμφωνία θα ωφελήσει σημαντικούς κλάδους, όπως τα γαλακτοκομικά, το κρασί, τα οινοπνευματώδη και την ενέργεια, ενώ διαβεβαίωσε ότι έχουν προβλεφθεί ισχυρές δικλίδες προστασίας για ευαίσθητους τομείς της αγροδιατροφής.
Παρά τα επιχειρήματα της Κομισιόν, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίζεται βαθιά διχασμένο. Άτυπες καταγραφές προθέσεων ψήφου δείχνουν ότι οι υποστηρικτές και οι πολέμιοι της συμφωνίας βρίσκονται σε οριακή ισορροπία, με σημαντικό αριθμό αναποφάσιστων να κρατά ανοιχτό το αποτέλεσμα. Η σημερινή ψηφοφορία για την παραπομπή σε νομική αναθεώρηση θεωρείται πρόκριμα για την τελική στάση του Σώματος, η οποία αναμένεται αργότερα, πιθανότατα την άνοιξη.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η στάση της Γερμανίας. Αν και πολλοί ευρωβουλευτές που τάσσονται υπέρ της Mercosur αναμένεται να απορρίψουν την παραπομπή στο Δικαστήριο της ΕΕ, οι Γερμανοί Πράσινοι στηρίζουν τη συμφωνία, αλλά ταυτόχρονα ζητούν έλεγχο της νομιμότητάς της, περιπλέκοντας περαιτέρω τους συσχετισμούς. Τυχόν απόρριψη της συμφωνίας από το Κοινοβούλιο θα συνιστούσε σοβαρό πλήγμα για τις Βρυξέλλες και για τις χώρες που πρωτοστάτησαν στην προώθησή της.
Στο Συμβούλιο της ΕΕ, πάντως, η συμφωνία έχει ήδη περάσει με ειδική πλειοψηφία, παρά τις αντιρρήσεις χωρών όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία. Το Βέλγιο επέλεξε την αποχή, ενώ η Ιταλία έδωσε τη στήριξή της αφού εξασφάλισε πρόσθετες εγγυήσεις και χρηματοδοτικά μέτρα για τον αγροτικό της τομέα.
Παράλληλα, η φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε και στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τονίζοντας ότι η ΕΕ συνεργάζεται στενά με την Ουάσινγκτον σε ζητήματα ασφάλειας, ιδίως στην Αρκτική και στη Γροιλανδία. Ωστόσο, χαρακτήρισε «λανθασμένη» την προοπτική επιβολής πρόσθετων αμερικανικών δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, επισημαίνοντας ότι μια εμπορική κλιμάκωση μεταξύ συμμάχων θα ευνοούσε μόνο τους αντιπάλους της Δύσης.
Η πρόεδρος της Κομισιόν κατέληξε λέγοντας ότι η Ευρώπη επιδιώκει τον διάλογο και τις συναινετικές λύσεις, αλλά παραμένει έτοιμη να αντιδράσει ενιαία και αποφασιστικά εάν χρειαστεί, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η Ένωση δεν προτίθεται να μείνει αδρανής σε περίπτωση νέων εμπορικών πιέσεων.