Έντονες πολιτικές διεργασίες και διπλωματικές συζητήσεις έχουν πυροδοτηθεί στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την πρόταση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς για τη θεσμοθέτηση ενός καθεστώτος «συνδεδεμένης συμμετοχής» για την Ουκρανία.
Ο Μερτς, μέσω επιστολής που απέστειλε στους επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών και στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, εισηγήθηκε ένα ενδιάμεσο μοντέλο ένταξης, το οποίο θα επιτρέπει στο Κίεβο να συμμετέχει στα ευρωπαϊκά όργανα, χωρίς ωστόσο να διαθέτει πλήρες δικαίωμα ψήφου.
Η αντίδραση του Ουκρανού προέδρου, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, υπήρξε άμεση και κατηγορηματική. Απορρίπτοντας το σχέδιο ως «άδικο», ο Ζελένσκι ξεκαθάρισε ότι η χώρα του δεν πρόκειται να δεχτεί «μισές λύσεις» που θα την εγκλωβίσουν μόνιμα σε μια ευρωπαϊκή «αίθουσα αναμονής». Φέρνοντας ως παράδειγμα τα μεγάλα κύματα διεύρυνσης του 2004 και του 2006, υπενθύμισε ότι στο παρελθόν βρέθηκαν τρόποι επιτάχυνσης των διαδικασιών χωρίς να υποβαθμιστούν τα δικαιώματα των νέων μελών.
Αν και το ζήτημα δεν περιλαμβανόταν στην επίσημη ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων στις Βρυξέλλες, η πρόταση Μερτς κυριάρχησε στο παρασκήνιο των επαφών των Ευρωπαίων υπουργών, αναζωπυρώνοντας τις αντιπαραθέσεις για μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων. Πολλά κράτη-μέλη εξέφρασαν ισχυρές επιφυλάξεις:
Κύπρος: Η υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Μαριλένα Ραουνά, της οποίας η χώρα ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, χαρακτήρισε τη διεύρυνση «γεωπολιτική αναγκαιότητα», υπογράμμισε όμως ότι η διαδικασία πρέπει να βασίζεται αυστηρά στην αξιολόγηση των κριτηρίων και στην τήρηση των προϋποθέσεων.
Ιρλανδία: Η υπουργός Χέλεν ΜακΕντί προειδοποίησε ότι η εισαγωγή του όρου «συνδεδεμένο μέλος» αλλοιώνει τη φυσιογνωμία της Ένωσης και πλήττει την αρχή της ισότητας μεταξύ των κρατών.
Ελλάδα: Μαζί με άλλες χώρες, η Αθήνα εξέφρασε προβληματισμό για το πώς μια τέτοια προνομιακή μεταχείριση θα επηρέαζε την πορεία άλλων υποψήφιων χωρών, όπως των Δυτικών Βαλκανίων, που περιμένουν στην «ουρά» εδώ και πολλά χρόνια.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέφυγε να πάρει ξεκάθαρη θέση επί της ουσίας, εκφράζοντας ικανοποίηση για το γεγονός ότι η συζήτηση μεταφέρεται σε επίπεδο ηγετών.
Εκπρόσωπος της Κομισιόν επεσήμανε ότι οποιαδήποτε εναλλακτική ή καινοτόμος λύση επιλεγεί, θα πρέπει να συνδέεται άρρηκτα με την πραγματική πρόοδο της υποψήφιας χώρας, αφήνοντας παράλληλα να εννοηθεί ότι ένα τέτοιο μοντέλο ίσως απαιτήσει την πολύνεκρη και σύνθετη διαδικασία αναθεώρησης των ευρωπαϊκών Συνθηκών.