Λειψυδρία: Η Αττική μετρά κάθε σταγόνα νερού - Λέκκας: Δεν είναι εύκολη λύση η αφαλάτωση, υπάρχουν επιπτώσεις

 
λειψυδρια

Πηγή Φωτογραφίας: ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Ενημερώθηκε: 29/11/25 - 10:34

Η τρέχουσα υδρολογική περίοδος χαρακτηρίζεται από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως η δεύτερη πιο σοβαρή ξηρασία των τελευταίων δεκαετιών, μετά την περίοδο 1988–1994.

Η Αττική περνά μια φάση σημαντικά μειωμένων εισροών στους ταμιευτήρες, οι οποίοι αδειάζουν με σταθερό ρυθμό και οδηγούν τα αποθέματα νερού σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Πρόκειται για τη δυσκολότερη περίοδο που έχει αντιμετωπίσει το υδροδοτικό σύστημα της Αθήνας εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια.

Δεν μιλάμε για μια απλή μείωση των βροχοπτώσεων, αλλά για μια παρατεταμένη ξηρασία, όπου κάθε σταγόνα αποκτά ιδιαίτερη αξία και κάθε κυβικό μέτρο γίνεται ζήτημα ορθού σχεδιασμού και πρόληψης, ώστε να διατηρηθεί η λειτουργία ενός συστήματος που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε αυτονόητα σταθερό.

Σύμφωνα με το διαχειριστικό σχέδιο που συνέταξε το ΕΜΠ για την ΕΥΔΑΠ, η κρίση της περιόδου 2025–2026 οφείλεται όχι στην αυξημένη κατανάλωση, αλλά στην έλλειψη διαθέσιμου νερού.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: οι ταμιευτήρες έχουν πέσει κάτω από το 30% της χωρητικότητάς τους, ο Βοιωτικός Κηφισός παρουσιάζει πέντε συνεχόμενες χρονιές κάτω από τον μέσο όρο, ενώ οι απώλειες στο δίκτυο υπερβαίνουν το 12%, στερώντας από το σύστημα ποσότητες που σε άλλες εποχές θα ήταν επαρκείς.

Σκοπός των μέτρων

Η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει άμεση απειλή λειψυδρίας, όμως θα κινδυνεύσει αν παραμείνει χωρίς δράση.

Η κήρυξη της Αττικής (όπως και άλλων περιοχών, π.χ. Μεγανήσι Λευκάδας, Λέρος, Πάτμος) σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν αποτελεί τυπική διαδικασία, αλλά αναγκαίο βήμα για την προστασία των περιορισμένων αποθεμάτων και την επίσπευση έργων υποδομής. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει σε κράτος, δήμους και ΕΥΔΑΠ να παρακάμπτουν χρονοβόρες διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων, ώστε τα έργα ύδρευσης να προχωρούν πολύ γρηγορότερα.

Σε κανονικές συνθήκες, μεγάλα έργα απαιτούν ανοικτούς διαγωνισμούς, κύκλους ενστάσεων και πλήθος εγκρίσεων, μία διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια. Με την ενεργοποίηση του μηχανισμού έκτακτης ανάγκης, μέρος αυτών των διαδικασιών παρακάμπτεται, ανοίγοντας τον δρόμο για απευθείας αναθέσεις όταν η άμεση υλοποίηση είναι κρίσιμη – όπως είχε γίνει και στα έργα Daniel στη Θεσσαλία.

Έτσι μειώνεται δραστικά ο χρόνος έκδοσης αδειών, τεχνικών μελετών και περιβαλλοντικών εγκρίσεων, που πλέον μπορούν να ολοκληρωθούν σε μήνες αντί για χρόνια. Σε περιόδους ξηρασίας, όπου κάθε μήνας καθυστέρησης κοστίζει σε αποθέματα, η ταχύτητα αυτή είναι καθοριστική.

Η κήρυξη έκτακτης ανάγκης δεν λύνει το πρόβλημα από μόνη της, αλλά λειτουργεί ως επιταχυντής ώστε το κράτος να προλάβει τα χειρότερα, βοηθώντας στην άμεση υλοποίηση έργων σε ταμιευτήρες, αγωγούς, γεωτρήσεις ή άλλες υδροδοτικές υποδομές.

Η κατάσταση των ταμιευτήρων της ΕΥΔΑΠ

Το κύριο χαρακτηριστικό της φετινής περιόδου είναι η γρήγορη πτώση των αποθεμάτων. Το σύστημα μοιάζει με έναν οργανισμό που δυσκολεύεται να «αναπνεύσει».

Στην αρχή της υδρολογικής χρονιάς, η Υλίκη βρίσκεται μόλις στο 31% της χωρητικότητάς της, με 175,4 hm³ νερού αντί των 560,4 hm³ που μπορούσε να έχει. Η απώλεια 341,4 hm³ σε τόσο μικρό διάστημα θυμίζει εικόνες υπερχειλίσεων, μόνο που τώρα πρόκειται για έλλειμμα και όχι περίσσευμα. Τα επίπεδα επιστρέφουν σε τιμές του 2001, ενώ η πληρότητα πέφτει κάτω από 30%.

Ο Μαραθώνας, από την άλλη, δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ενίσχυση, αφού οι εισροές των 3–6 hm³ ετησίως είναι πολύ χαμηλότερες από τις ιστορικές τιμές και επιτρέπουν μόνο ρυθμιστική λειτουργία.

Στο προσκήνιο επανέρχονται οι γεωτρήσεις της Μαυροσουβάλας και άλλοι υπόγειοι υδατικοί πόροι. Οι γεωτρήσεις αυτές, που άνοιξαν το 1990 για χρήση σε περιόδους ανάγκης, ενεργοποιήθηκαν ξανά με ένταση που έχει να καταγραφεί από το 1994–95. Με μέσο όρο 4,6 hm³ τα προηγούμενα 25 χρόνια, μόνο το διάστημα Ιουνίου–Σεπτεμβρίου 2024 παρείχαν 20,5 hm³ – τη δεύτερη μεγαλύτερη άντληση στην ιστορία.

Η συνδυαστική χρήση Υλίκης και γεωτρήσεων προσέφερε σημαντική ανακούφιση στο σύστημα Εύηνου–Μόρνου και θεωρείται αναγκαίο να συνεχιστεί ώστε τα αποθέματα να επιστρέψουν στα επιθυμητά 750–800 hm³.

Τα δεδομένα κατανάλωσης

Η κατανάλωση στην Αθήνα δεν έχει αυξηθεί· απλώς τα διαθέσιμα αποθέματα έχουν μειωθεί.

Η συνολική απόληψη σταθεροποιείται στα 460–500 hm³ (μέσος όρος 475 hm³), ενώ τα δύο τελευταία χρόνια κυμάνθηκε στα 478,3 και 477,1 hm³.

Μετά το υψηλό 2007–2008, η κατανάλωση μειώθηκε λόγω κρίσης και μείωσης πληθυσμού. Πολλές υδρολογικές χρονιές (2017–19 και 2022–23) είχαν εισροές ιδιαίτερα χαμηλές, κοντά στα 485 hm³. Το 2023–24 υπήρξε ανάκαμψη, αλλά από το τέλος του 2025 η παραγωγή πέφτει ξανά κατά 5%.

Σημαντική κατανάλωση αφορά την άρδευση της Κωπαΐδας από την Υλίκη: ενώ αρχικά προβλέπονταν έως 50 hm³ τον χρόνο, μόνο το 1985–88 δόθηκαν τέτοιες ποσότητες. Τα τελευταία χρόνια κυμαίνονται στα 20 hm³, φτάνοντας τα 40 hm³ το 2021–22 και μόλις 15,5 hm³ το 2024 λόγω βλάβης στο αντλιοστάσιο.

Το πρόβλημα της άρδευσης

Η άρδευση είναι ο πρώτος τομέας που θα επηρεαστεί αν επιδεινωθεί η κατάσταση. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του καθηγητή Χρ. Μακρόπουλου, η άρδευση απορροφά 30–35 hm³ ετησίως.

Προτείνεται ότι, σε περίπτωση ανάγκης, μπορεί να απαιτηθεί προσωρινή διακοπή της παροχής αυτής για να διασφαλιστεί η υδροδότηση της Αθήνας. Στο διαχειριστικό σχέδιο του ΕΜΠ προβλέπεται διακοπή αρδευτικών αναγκών όταν τα αποθέματα πέσουν κάτω από 500 hm³.

Ωστόσο αυτή η λύση θεωρείται ιδιαίτερα επιβαρυντική οικονομικά και κοινωνικά για τις αγροτικές περιοχές, και θα απαιτούσε αποζημιώσεις και διαβούλευση.

Ελλείμματα νερού

Ο καθηγητής Μακρόπουλος εκτιμά ότι η Αττική εισέρχεται σε περίοδο υδρολογικού κινδύνου, παρ’ ότι ο Οκτώβριος–Νοέμβριος δίνουν κάποιες θετικές ενδείξεις. Τα ελλείμματα 20–30 hm³ τον χρόνο δεν αποκλείονται ακόμη και με συντηρητικές προβλέψεις.

Αν δεν καλυφθούν με μέτρα ή εναλλακτικές πηγές, μπορεί να οδηγήσουν σε περιορισμούς στη διανομή ή και σύντομες διακοπές. Αυτά τα ελλείμματα αντιστοιχούν σε 20–30 ημέρες ζήτησης για την Αθήνα και αποτελούν κίνδυνο για τα επόμενα 2–5 χρόνια. Απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση και άμεσες ενέργειες ενίσχυσης του συστήματος.

Άμεσα μέτρα

Ως βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις προτείνονται:

  • μείωση οικολογικής παροχής Ευήνου,
  • μεγαλύτερη υδροληψία από Υλίκη,
  • ενεργοποίηση περισσότερων γεωτρήσεων,
  • χρήση αντλιοστασίων πρώτης βαθμίδας.

Εφιστάται επίσης η προσοχή στην ανάγκη αναβάθμισης των καναλιών μεταφοράς νερού, όπως του υδραγωγείου Μόρνου, που παρουσιάζει απώλειες 10% (περίπου 50 hm³ ετησίως).

Μακροπρόθεσμα έργα

Οι μόνιμες λύσεις περιλαμβάνουν:

  • ενίσχυση ταμιευτήρων,
  • μερική εκτροπή Καρπενησιώτη και Κρικελιώτη (έργο Εύρυτος, 500 εκατ. ευρώ),
  • έργα αποθήκευσης και υπόγειας ταμίευσης,
  • διερεύνηση λύσεων αφαλάτωσης,
  • επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένου νερού,
  • εκσυγχρονισμό δικτύου και περιορισμό απωλειών.

Απώλειες νερού: το μεγαλύτερο αγκάθι

Οι απώλειες στο ΕΥΣ φτάνουν τα 70 hm³ ετησίως (12%), αυξημένες από 6,8% προ διετίας. Ένα μέρος είναι τεχνικό, αλλά σημαντικό ποσοστό αποτελεί πραγματική διαρροή. Η ΕΥΔΑΠ καταγράφει απώλειες 15%, ποσοστό αντίστοιχο με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αλλά κρίσιμο για τη σταθερότητα του συστήματος.

Σε ένα σύστημα που χάνει νερό αντί να το διατηρεί, κάθε σταγόνα αποκτά μεγάλη σημασία, και γι’ αυτό η μείωση των απωλειών αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα.

Δεν είναι εύκολη λύση η αφαλάτωση, υπάρχουν επιπτώσεις

Για τη λειψυδρία, την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που έχει τεθεί η Αττική, αλλά και για την αφαλάτωση μίλησε ο καθηγητής Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών και πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας. 

«Η ανησυχία υπήρχε πριν από μερικά χρόνια, ήδη όμως δεν φανταζόμασταν ότι τα δύο τελευταία χρόνια θα φτάναμε σε αυτό το σημείο. Και φτάσαμε σε αυτό το σημείο γιατί δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου βροχοπτώσεις. Έτσι λοιπόν, τώρα μετ’ επιτάσεως μπαίνει αυτό το θέμα, το αίτημα, το πρόβλημα και ουσιαστικά πρέπει να κάνουμε έναν σχεδιασμό όπως αυτός που έγινε είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίσουμε τεράστια προβλήματα τα αμέσως επόμενα δύο χρόνια», ανέφερε αρχικά ο κ. Λέκκας στο ERT News.

Σχετικά με τη διαχείριση των υδάτινων πόρων από το κράτος εξήγησε: «Θα πρέπει όμως να τονίσουμε ότι κάθε περιοχή έχει τα δικά της εξειδικευμένα προβλήματα, όπως αναφέρατε ότι στα νησιά είναι κυρίαρχο το πρόβλημα αυτό. Εκεί θα πρέπει κάτι να γίνει. Δηλαδή δεν μπορεί πια από τους υπόγειους υδροφορείς να αντλούμε ποσότητες έτσι ώστε να γεμίζουμε πισίνες, ειδικά σε ορισμένα νησιά τα οποία αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα. (…) Βεβαίως, το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Συντίθεται από διαφορετικές συνιστώσες. Έτσι λοιπόν, σε όλα τα επίπεδα σε οριζόντιο επίπεδο αλλά και σε κατακόρυφο επίπεδο, θα πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε».

«Πιστεύω ότι υπάρχουν δυνατότητες ακόμα να αξιοποιήσουμε υπόγεια νερά, αλλά όμως αυτό δεν θα πρέπει να γίνει μέσα από μία διαδικασία πρωτοβουλίας ιδιοκτητών μονάχα, οι οποίοι θα κάνουν γεωτρήσεις και οι οποίοι κατά το δοκούν θα διαθέτουν το νερό, θα πρέπει να γίνει συντονισμένα. Υπάρχουν περιοχές γύρω από την Αττική, υπάρχουν περιοχές σε νησιά που δεν έχει εξαντληθεί ο υδροφόρος ορίζοντας. Εκεί θα πρέπει κατά την άποψή μου, πριν περάσουμε στις αφαλατώσεις, πριν περάσουμε σε φράγματα. (…) Φράγματα έχουν γίνει και λίμνες έχουν γίνει, ταμιευτήρες έχουν γίνει σε πολλά νησιά αυτοί ταμιευτήρες δεν λειτουργούν πια, γιατί δεν υπάρχει νερό. Έτσι λοιπόν πρέπει να προσανατολίσουμε την όλη προσπάθεια μας και στους υπόγειους υδροφορείς, οι οποίοι μπορούν να εμπλουτιστούν με όλα αυτά τα τεχνικά έργα, ειδικά μετά μεγάλες πυρκαγιές. Έτσι λοιπόν πρέπει να κάνουμε έργα εμπλουτισμού των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων για να μπορέσουμε να αντλήσουμε νερά από αυτούς. Θα πρέπει να σημειώσω ότι οι υπόγειοι υδροφορείς είναι οι πιο μεγάλοι ταμιευτήρες που υπάρχουν» δήλωσε μεταξύ άλλων ο κ. Λέκκας.

Όσον αφορά την αφαλάτωση είπε: «Δεν είναι εύκολη λύση. Από την αφαλάτωση προκύπτουν τεράστια προβλήματα. Θα πρέπει να την κάνουμε χρήση της αφαλάτωσης και επέκτασή της στα νησιά με πολύ μεγάλη προσοχή. Δεν είναι μόνο η ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος που, είναι υπολογίσιμη, δεν είναι μεγάλη. Τίθεται σοβαρό πρόβλημα με την κατανάλωση ενέργειας για την αφαλάτωση. Η κατανάλωση ενέργειας σημαίνει παραγωγή αντίστοιχα ενέργειας. Για την παραγωγή ενέργειας έχουμε τεράστιες επιπτώσεις όταν δεν προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές το περιβάλλον. Δηλαδή, με την χρήση της αφαλάτωσης έχουμε και επιπτώσεις στο περιβάλλον, εάν χρησιμοποιούμε ενέργεια η οποία προέρχεται από ορυκτά καύσιμα. Ενισχύουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και βέβαια ενισχύουν την κλιματική κρίση. Όλα αυτά θα πρέπει να γίνονται με ένα συντεταγμένο τρόπο. Αλλά πώς μπορούν να γίνουν με έναν συντεταγμένο τρόπο όταν η κάθε περιοχή, το κάθε νησί θα έχει το δικό του σχέδιο. Θα υπάρξει ένα σχέδιο ειδικό έτσι ώστε να μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε τα επιφανειακά νερά, τα υπόγεια νερά, κυρίως γιατί εκεί είναι οι μεγάλες ποσότητες και βέβαια και την αφαλάτωση».

«Είμαστε σε πολύ θετικό σημείο αν συνεχιστούν οι βροχές, με αυτό τον ρυθμό. Βλέπουμε και στο Αιγαίο αρκετές βροχοπτώσεις. Είμαστε σε πολύ θετικό σημείο αλλά αυτό δεν μας επιτρέπει να χαλαρώνουμε» τόνισε ο καθηγητής.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ