Στο επίκεντρο των ερευνών της ΕΛ.ΑΣ. για την πολύνεκρη επίθεση στη Marfin το 2010 βρίσκονται δύο συγκεκριμένα φωτογραφικά αρχεία, η σύγκριση των οποίων οδήγησε στις συλλήψεις των κατηγορουμένων δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία. Το πρώτο αρχείο αποτελείται από 205 φωτογραφίες της ημέρας των επεισοδίων, όπου σε έξι από αυτές αποτυπώνονται τα μέλη της ομάδας που έσπασαν την τράπεζα και πέταξαν τις μολότοφ.
Το υλικό αυτό αντιπαραβλήθηκε στα εγκληματολογικά εργαστήρια με ένα δεύτερο αρχείο από καλοκαιρινές διακοπές των υπόπτων το 2009 (πιθανόν στην Ικαρία), το οποίο είχε κατασχεθεί από την Αντιτρομοκρατική το 2020 και τους απεικονίζει με ακάλυπτα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας, η ταυτοποίηση των ανδρών βασίστηκε σε πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
Για τον 42χρονο με το κόκκινο μαντίλι, κλειδί αποτέλεσε ένα σακίδιο πλάτης με ειδικά επίκτητα σημάδια, όπως μη ορατές με γυμνό μάτι σκουριές στο φερμουάρ, το οποίο εμφανίζεται πανομοιότυπο και στα δύο αρχεία.
Για τον δεύτερο, ψηλό κατηγορούμενο με το ανοιχτόχρωμο καπέλο και τα γυαλιά, η σύνδεση έγινε μέσω ενός κόκκινου συμβόλου πανκ συγκροτήματος που ήταν ζωγραφισμένο πάνω στην τσάντα του.
Αντίθετα, για την 46χρονη κατηγορούμενη τα στοιχεία θεωρούνται πιο περιορισμένα, καθώς η αναγνώρισή της στηρίχθηκε κυρίως στον σωματότυπο και στα μαλλιά της, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο.
Στη δικογραφία περιλαμβάνεται ακόμη ένας ψηλός άνδρας («ύποπτος Νο 8»), ο οποίος εμφανίζεται σε φωτογραφία να σπάει τον υαλοπίνακα της τράπεζας.
Από την πλευρά της, η υπεράσπιση των κατηγορουμένων αμφισβητεί έντονα τη σοβαρότητα της έρευνας. Οι συνήγοροι τονίζουν ότι η αστυνομική έκθεση δεν ταυτοποιεί πρόσωπα, αλλά προχωρά σε αναγνώριση κινητών αντικειμένων, ενώ ειδικά για την 46χρονη επισημαίνουν ότι η ΕΛ.ΑΣ. είχε στα χέρια της το ίδιο ακριβώς υλικό το 2020, χωρίς ωστόσο να έχει προχωρήσει τότε στην ταυτοποίησή της.