Νέα τροπή λαμβάνει η δικαστική διερεύνηση για τη φονική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin τον Μάιο του 2010, καθώς το διαβιβαστικό της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων Κατά της Ζωής αποκαλύπτει τη μεθοδολογία της ΕΛ.ΑΣ. που οδήγησε στην ταυτοποίηση και τη σύλληψη τριών προσώπων.
Σύμφωνα με τα αστυνομικά έγγραφα, οι ερευνητές επανεξέτασαν το φωτογραφικό υλικό από τη μοιραία διαδήλωση, εστιάζοντας σε λήψεις που είχαν γίνει από το πατάρι του βιβλιοπωλείου «Ιανός», ακριβώς απέναντι από την τράπεζα.
Το κρίσιμο στοιχείο προέκυψε από την αντιπαραβολή αυτών των εικόνων με προσωπικές φωτογραφίες μιας παρέας 12 ατόμων από διακοπές τους το 2009, οι οποίες είχαν εντοπιστεί το 2020 σε υπολογιστή ατόμου του αντιεξουσιαστικού χώρου.
Η Αστυνομία υποστηρίζει ότι οι δράστες της επίθεσης «προδόθηκαν» από προσωπικά τους αντικείμενα που λειτούργησαν ως μοναδικές ταυτότητες. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε απόλυτη αντιστοιχία σε σωματότυπους, υποδήματα, γυαλιά μυωπίας, αλλά κυρίως σε καπέλα και χειροποίητα σακίδια πλάτης.
Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχωρίζουν μια τσάντα με το λογότυπο του συγκροτήματος Dead Kennedys, καθώς και σακίδια με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως συγκεκριμένα εμβλήματα, ραφές, διατάξεις θηκών και χρωματιστά καλύμματα φερμουάρ, τα οποία εμφανίζονταν πανομοιότυπα τόσο στις διακοπές του 2009 όσο και στο σημείο της τραγωδίας το 2010.
Σφοδρή αντίδραση της υπεράσπισης: «Επικοινωνιακό παιχνίδι με ισχνά στοιχεία»
Στον αντίποδα, οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων, Άννυ Παπαρρούσου και Θανάσης Καμπαγιάννης, εξαπέλυσαν δριμεία επίθεση κατά των χειρισμών της ΕΛ.ΑΣ. και του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, κάνοντας λόγο για επικοινωνιακό παιχνίδι που παραβιάζει βάναυσα το τεκμήριο της αθωότητας.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, η κυρία Παπαρρούσου χαρακτήρισε τη δικογραφία εξαιρετικά «ισχνή» και αναξιόπιστη, τονίζοντας ότι η έρευνα ξεκίνησε από ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο βάσει νόμου θα έπρεπε να είχε τεθεί στο αρχείο, καθώς δεν έχει ελεγχθεί ο αποστολέας του.
Παράλληλα, σημείωσε με νόημα ότι η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ) καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι κατηγορούμενοι δεν ταυτοποιούνται προσωποπαγώς, γι' αυτό και οι αρχές «βαφτίζουν» ως στοιχεία διάφορα κινητά αντικείμενα. Ανέφερε μάλιστα ότι η 46χρονη κατηγορούμενη συνελήφθη στο Λονδίνο ενώ είχε ήδη εκδώσει εισιτήριο επιστροφής για την Αθήνα προκειμένου να εμφανιστεί οικειοθελώς.
Από την πλευρά του, ο κ. Καμπαγιάννης υπογράμμισε ότι οι επίσημες εκθέσεις των εργαστηρίων απέχουν προκλητικά από τις διαρροές της Αστυνομίας στα ΜΜΕ. Όπως εξήγησε, στην κλίμακα αξιολόγησης των φωτογραφιών, κανένας από τους κατηγορούμενους δεν βρίσκεται στο επίπεδο της «ταυτοποίησης» ή της «ισχυρής προσομοίωσης».
Αντίθετα, οι δύο βρίσκονται στη βαθμίδα της «περιορισμένης/μέτριας προσομοίωσης», ενώ για τον τρίτο εντολέα του το πόρισμα των αρχών αναφέρει ρητά «όχι συμπέρασμα», γεγονός που, όπως τόνισε, καθιστά τις κατηγορίες νομικά μετέωρες.