«Μία από τις πιο εντυπωσιακές και ισχυρές επιδείξεις αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος» είχε χαρακτηρίσει ο Ντόναλντ Τραμπ την επιχείρηση σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: θα μπορούσε μια τέτοια παράνομη επιχείρηση «extraordinary rendition» να υλοποιηθεί χωρίς εσωτερική βοήθεια; Και ποιο πρόσωπο, σε επίπεδο ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας, ενδέχεται να άνοιξε τον δρόμο;
Τη νύχτα των Θεοφανείων, μόλις δύο ημέρες μετά τη μεταφορά του Μαδούρο και της συζύγου του και την αιματηρή επιχείρηση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων, το Καράκας συγκλονίστηκε από ανταλλαγές πυρών κοντά στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες.
Σύμφωνα με την El Pais, τα επεισόδια συνδέονται με τη σύλληψη ενός από τους ισχυρότερους αξιωματικούς της χώρας: του στρατηγού Χαβιέρ Μαρκάνο Ταμπάτα, διοικητή της Προεδρικής Φρουράς Τιμών και επικεφαλής της στρατιωτικής αντικατασκοπείας (DGCIM). Ο στρατηγός συνελήφθη αιφνιδιαστικά στον χώρο της Εθνοσυνέλευσης και μεταφέρθηκε απευθείας στη φυλακή, χωρίς καν να επιστρέψει στην κατοικία του.
Η μεταβατική πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροδρίγκες, είχε ήδη διατάξει την απομάκρυνσή του, τοποθετώντας στη θέση του τον στρατηγό Γκουστάβο Γκονσάλες Λόπες. Η Προεδρική Φρουρά Τιμών, υπεύθυνη για την άμεση ασφάλεια του αρχηγού του κράτους, είχε υποστεί σοβαρές απώλειες κατά την επιχείρηση.
Αναλυτές που επικαλείται η βολιβιανή Opinion συνδέουν την αποπομπή Μαρκάνο με την αποτυχία αποτροπής της σύλληψης του Μαδούρο, αλλά και με την προσπάθεια της Ροδρίγκες να ανασυντάξει έναν νέο, πιο σκληρό κύκλο εμπιστοσύνης, ενόψει του φόβου νέων επιθέσεων.
Η επιχείρηση, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχε αρχίσει να σχεδιάζεται από το φθινόπωρο του 2025, όταν οι ΗΠΑ ενίσχυσαν θεαματικά την παρουσία τους στην Καραϊβική μέσω της Joint Task Force Southern Spear. Περίπου 150 αμερικανικά αεροσκάφη, σε συνδυασμό με ναυτικές μονάδες και βάσεις της περιοχής, συμμετείχαν σε ένα σύνθετο σχέδιο που προηγήθηκε από κυβερνοεπιθέσεις, μπλακάουτ στο Καράκας και παράλυση των επικοινωνιών.
Μέσα ηλεκτρονικού πολέμου «τύφλωσαν» τα ραντάρ και τις ζεύξεις δεδομένων της βενεζουελανικής αεράμυνας, ενώ drones φέρεται να έπληξαν επιλεγμένους στόχους. Παρά τον εκσυγχρονισμό ορισμένων αντιαεροπορικών συστημάτων και τη θεωρητική τους επικινδυνότητα, δεν καταρρίφθηκε κανένα αμερικανικό αεροσκάφος. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, τα συστήματα S-300 και οι φορητοί πύραυλοι δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ.
Ο καθηγητής Ρόμπερτ Έβαν Έλις εκτιμά ότι κρίσιμος ρόλος διαδραματίστηκε από πρόσωπα εντός της Βενεζουέλας, τόσο στη συλλογή πληροφοριών όσο και στη σιωπηρή συνεργασία με στρατιωτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους, ώστε σε καθοριστικές στιγμές «να μη γίνει τίποτα».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μαρκάνο εμφανίζεται –σύμφωνα με την El Pais– ως ο «αποδιοπομπαίος τράγος», που καλείται να εξηγήσει γιατί τα ραντάρ δεν λειτούργησαν και γιατί πανάκριβα συστήματα έμειναν ανενεργά. Κολομβιανές πηγές πληροφοριών τον κατηγορούν ότι παρείχε στις ΗΠΑ τις ακριβείς συντεταγμένες διαμονής του Μαδούρο και τα «τυφλά σημεία» του συστήματος ασφαλείας, ενώ αναφέρονται και κρυπτογραφημένες επικοινωνίες του με ξένες υπηρεσίες πριν από την 3η Ιανουαρίου.
Παρά την προσωρινή εκτόνωση, ο φόβος νέας επέμβασης παραμένει. Γι’ αυτό και η Ροδρίγκες επέλεξε να περιβληθεί από σκληρούς συμμάχους, τοποθετώντας τον Γκονσάλες Λόπες στην κεφαλή της Προεδρικής Φρουράς. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες για εσχάτη προδοσία, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο της απλής ανικανότητας.