Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ακύρωσε το μεγαλύτερο μέρος των εκτεταμένων δασμών που είχε επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ, σε μια απόφαση που συνιστά βαρύ πλήγμα για τη βασική οικονομική στρατηγική του. Με πλειοψηφία έξι δικαστών έναντι τριών, το δικαστήριο έκρινε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή των συγκεκριμένων δασμών επικαλούμενος οικονομική έκτακτη ανάγκη.
Η απόφαση αφορά τους δασμούς που παρουσιάστηκαν ως «αμοιβαίοι» και επιβλήθηκαν σχεδόν καθολικά σε εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Δεν επηρεάζονται, ωστόσο, οι δασμοί που εφαρμόζονται σε ειδικούς τομείς δραστηριότητας, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ξυλεία και η αυτοκινητοβιομηχανία, οι οποίοι επιβλήθηκαν βάσει του άρθρου 232 του νόμου για την επέκταση του εμπορίου του 1962, με επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας.
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι ο πρόεδρος δεν διέθετε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση, βάσει του νόμου του 1977 περί έκτακτων οικονομικών εξουσιών (International Emergency Economic Powers Act), για την επιβολή τόσο εκτεταμένου πλέγματος εισαγωγικών δασμών σε προϊόντα προερχόμενα από σχεδόν το σύνολο των εμπορικών εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η αντίδραση του Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε «ντροπή» την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια πρωινού που παρέθεσε στον Λευκό Οίκο προς τους κυβερνήτες Πολιτειών, σύμφωνα με πρόσωπα που είναι εξοικειωμένα με τις δηλώσεις του. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος ανέφερε ότι διαθέτει εναλλακτικό σχέδιο για την επαναφορά ή αναπροσαρμογή των δασμών.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης είχαν προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο αρνητικής απόφασης, διαβεβαιώνοντας τον πρόεδρο ότι υπάρχουν άλλοι νομικοί δρόμοι για την επιβολή εμπορικών μέτρων. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Τραμπ φέρεται να είχε εκφράσει σε ιδιωτικές συνομιλίες τη δυσαρέσκειά του για την καθυστέρηση έκδοσης της απόφασης.
Αργότερα εντός της ημέρας, ο Τραμπ επρόκειτο να συναντηθεί με τον γενικό γραμματέα του Βιετνάμ Το Λαμ, χωρίς να έχουν προγραμματιστεί άλλες δημόσιες εκδηλώσεις.
Οικονομικές επιπτώσεις
Η απόφαση αναμένεται να προκαλέσει ευρύτερους κραδασμούς στο παγκόσμιο εμπόριο, στις επιχειρήσεις, στους καταναλωτές και στον πληθωρισμό, ενώ ενδέχεται να έχει άμεσες επιπτώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των Αμερικανών. Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς οι επίμαχοι δασμοί αφορούν εμπορικές ροές αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η Wall Street αντέδρασε άμεσα και θετικά. Ο δείκτης Dow Jones κατέγραψε άνοδο 0,34%, ο S&P 500 ενισχύθηκε κατά 0,48%, ενώ ο Nasdaq σημείωσε αύξηση 0,57%. Ωστόσο, δεδομένου ότι η συνεδρίαση στη Νέα Υόρκη βρισκόταν ακόμη σε αρχικό στάδιο, παραμένει αβέβαιο εάν η τάση θα διατηρηθεί.
Γιατί είχαν επιβληθεί οι δασμοί
Τον Απρίλιο, ο Τραμπ επέβαλε δασμούς σε προϊόντα από σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα θα ενίσχυαν τα κρατικά έσοδα, θα ενθάρρυναν την κατανάλωση αμερικανικών προϊόντων και θα προσέλκυαν επενδύσεις στις ΗΠΑ. Παράλληλα, είχε επικαλεστεί την ανάγκη μείωσης του εμπορικού ελλείμματος, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ της αξίας των εισαγωγών και της αξίας των εξαγωγών.
Ο πρόεδρος είχε επίσης συνδέσει την επιβολή δασμών με ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις. Όταν ανακοίνωσε μέτρα κατά της Κίνας, του Μεξικού και του Καναδά, είχε υποστηρίξει ότι οι χώρες αυτές οφείλουν να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τον περιορισμό της παράνομης μετανάστευσης και της διακίνησης φαιντανύλης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πολλοί από τους δασμούς τροποποιήθηκαν ή ανεστάλησαν μετά την αρχική τους ανακοίνωση, στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων ή πολιτικών παρεμβάσεων.