Στρατηγική διαδοχικών παρεμβάσεων σχεδιάζει να ακολουθήσει η κυβέρνηση προκειμένου να περιορίσει τις επιπτώσεις της νέας γεωπολιτικής κρίσης στις τιμές της ενέργειας και στα βασικά αγαθά. Στόχος είναι να ανακοπεί εγκαίρως η μετακύλιση των αυξήσεων στα καύσιμα και στο κόστος διαβίωσης, καθώς και να απορροφηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι κραδασμοί που προκαλούν οι εξελίξεις στη διεθνή ενεργειακή αγορά.
Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης παρακολουθεί τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και εμφανίζεται έτοιμο να ενεργοποιήσει μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εφόσον η ενεργειακή κρίση ενταθεί. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι οι όποιες παρεμβάσεις θα βρίσκονται σε συνάρτηση με τις αποφάσεις που θα ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης εξετάζεται στο πλαίσιο της συνολικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται η πιθανή απόφαση για προσωρινό «πάγωμα» των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε την απελευθέρωση πρόσθετων κονδυλίων από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν μέτρα στήριξης μέχρι την αποκλιμάκωση της κρίσης.
Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα ενεργοποίησης επιμέρους παρεμβάσεων στην εγχώρια αγορά. Μεταξύ αυτών βρίσκεται η επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους στην εμπορία και τη λιανική πώληση καυσίμων, με στόχο τον περιορισμό φαινομένων αισχροκέρδειας και την ανάσχεση των ανατιμήσεων.
Στο επίκεντρο της κυβερνητικής παρακολούθησης βρίσκονται επίσης κρίσιμοι τομείς που ενδέχεται να επηρεαστούν από την κλιμάκωση της κρίσης, όπως οι θαλάσσιες μεταφορές, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, οι αερομεταφορές, αλλά και η πιθανότητα διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ. Επιπλέον, εξετάζονται οι πιθανές επιπτώσεις στις τιμές των λιπασμάτων και στη συνολική επισιτιστική ασφάλεια.
Ο επικεφαλής του Eurogroup και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη την απαραίτητη «εργαλειοθήκη» μέτρων που είχε ενεργοποιηθεί το 2022, κατά την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να τεθούν εκ νέου σε εφαρμογή εφόσον οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας ενταθούν.
«Είμαστε ανοιχτοί στη συζήτηση μέτρων. Αυτό θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθεί η κρίση τις επόμενες εβδομάδες», δήλωσε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, προσερχόμενος στη συνεδρίαση του Eurogroup, σημειώνοντας ότι μέχρι στιγμής η κατάσταση δεν έχει φτάσει σε σημείο που να απαιτεί την άμεση ενεργοποίηση των μέτρων.
Μεταξύ των παρεμβάσεων που βρίσκονται σε εφεδρεία συγκαταλέγεται η επαναφορά πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους στην εμπορία και τη λιανική πώληση καυσίμων. Το συγκεκριμένο μέτρο είχε εφαρμοστεί επί τρία χρόνια και έληξε στις 30 Ιουνίου 2025. Αρχικά είχε θεσπιστεί το 2021, ως έκτακτη ρύθμιση κατά τη διάρκεια της πανδημίας, και στη συνέχεια παρατάθηκε επανειλημμένα λόγω της ενεργειακής κρίσης.
Εξετάζεται επίσης το ενδεχόμενο επαναφοράς της επιδότησης καυσίμων μέσω του μηχανισμού «fuel pass», ο οποίος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2022, με σκοπό να αντισταθμίσει μέρος της αύξησης του κόστους μετακίνησης των πολιτών.
Η ενεργοποίηση του συγκεκριμένου μέτρου συνδέεται με δύο βασικές προϋποθέσεις: η τιμή του πετρελαίου να ξεπεράσει τα 100 δολάρια ανά βαρέλι και η αύξηση αυτή να διατηρηθεί για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα.
Το προηγούμενο πρόγραμμα επιδότησης είχε σχεδιαστεί με εισοδηματικά κριτήρια, προκειμένου να στηριχθούν κυρίως τα ευάλωτα και τα μεσαία νοικοκυριά. Δικαιούχοι ήταν φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας με δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα έως 30.000 ευρώ, ενώ η ενίσχυση κάλυπτε μέρος του αυξημένου κόστους κατανάλωσης καυσίμων κίνησης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, εξετάζεται η επαναφορά επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, σε περίπτωση που η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών χονδρικής στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται η ενεργοποίηση μηχανισμού κρατικής επιδότησης ανά κιλοβατώρα, ώστε να απορροφάται μέρος της αύξησης των τιμών.
Η ελληνική οικονομία, όπως και πολλές άλλες διεθνώς, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις μιας νέας ενεργειακής κρίσης μέσα σε διάστημα μόλις τεσσάρων ετών. Οι πιέσεις αναμένεται να επηρεάσουν άμεσα τον πληθωρισμό, προκαλώντας αλυσιδωτές αυξήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας αναμένεται να επηρεάσει το κόστος καυσίμων, μεταφορών και μετακίνησης, ενώ αυξημένες πιέσεις προβλέπεται να δεχθούν και οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να επιβαρύνουν σημαντικά τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, εντείνονται οι ανησυχίες για νέες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 4,5% σε ετήσια βάση, με ιδιαίτερα έντονες ανατιμήσεις σε προϊόντα όπως το μοσχάρι, τα φρούτα, ο καφές και η σοκολάτα, ενώ μικρότερες αλλά σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται και σε γαλακτοκομικά προϊόντα και ψωμί.
Επιπλέον, η γεωπολιτική ένταση ενδέχεται να προκαλέσει αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ιδιαίτερα σε τομείς που εξαρτώνται από πρώτες ύλες προερχόμενες από τη Μέση Ανατολή. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο το εμπόριο όσο και τη βιομηχανική παραγωγή.
Η αβεβαιότητα επηρεάζει επίσης το επενδυτικό κλίμα. Παρότι οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αύξηση των επενδύσεων κατά 10,2% το τρέχον έτος, η επιφυλακτικότητα των επενδυτών ενδέχεται να περιορίσει τη δυναμική αυτή. Η αβεβαιότητα λειτουργεί ανασταλτικά τόσο για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας όσο και για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας.
Παράλληλα, αναμένεται να αυξηθούν οι πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, λόγω του κόστους που συνεπάγονται τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Επιπτώσεις ενδέχεται να υπάρξουν και στον τουρισμό, ο οποίος απέφερε στην ελληνική οικονομία έσοδα ύψους 23,5 δισεκατομμυρίων ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης, υπάρχει κίνδυνος επιβράδυνσης των κρατήσεων, ιδιαίτερα από μακρινές αγορές που επηρεάζονται περισσότερο από γεωπολιτικούς κινδύνους.
Αν και η Ελλάδα θεωρείται ασφαλής προορισμός, οι διεθνείς ταξιδιωτικές ροές συχνά επηρεάζονται σε περιόδους περιφερειακής έντασης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ενδέχεται να υπάρξουν επιπτώσεις στα τουριστικά έσοδα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, εκτιμάται ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας ενδέχεται να επιβραδυνθεί, θέτοντας σε αμφισβήτηση την πρόβλεψη του προϋπολογισμού για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,4% κατά το τρέχον έτος.