Η γερμανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη κρίση από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η Ένωση Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) αναθεωρεί επί τα χείρω τις προβλέψεις της για το 2026, κάνοντας πλέον λόγο για πλήρη στασιμότητα.
Ο πόλεμος στον Κόλπο και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχουν προκαλέσει «ασφυξία» στην τροφοδοσία πρώτων υλών και εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, οδηγώντας τη μεταποίηση σε μια πρωτοφανή πενταετή ύφεση. Η αιμορραγία στην αγορά εργασίας είναι δραματική, με 15.000 θέσεις εργασίας να χάνονται κάθε μήνα, ενώ οι κολοσσοί της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως η Mercedes-Benz, η Volkswagen και η Porsche, καταγράφουν ιστορική βουτιά στα κέρδη τους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αποβιομηχάνισης, η γερμανική οικονομία επιχειρεί μια ριζική στροφή: τη μετατροπή των παραδοσιακών εργοστασίων παραγωγής οχημάτων σε μονάδες πολεμικής βιομηχανίας. Με τη στήριξη της κυβέρνησης Μερτς και την αποδέσμευση αμυντικών κονδυλίων που αγγίζουν το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ, εμβληματικές εταιρείες όπως η Schaeffler και η Deutz εγκαταλείπουν τα πολιτικά προϊόντα για να κατασκευάσουν κινητήρες drones και εξαρτήματα πυραύλων Patriot.
Ακόμη και η Volkswagen βρίσκεται σε διαβουλεύσεις για τη συμμετοχή της στην παραγωγή του συστήματος «Σιδηρούς Θόλος», αναζητώντας διέξοδο από τη συρρίκνωση των πωλήσεων μέσω των κρατικών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Ωστόσο, η νέα αυτή «αμυντική θωράκιση» της γερμανικής βιομηχανίας παραμένει ευάλωτη, καθώς η «Αχίλλειος πτέρνα» της εντοπίζεται στην Κίνα. Το Πεκίνο ελέγχει τις αλυσίδες εφοδιασμού για κρίσιμα μέταλλα και σπάνιες γαίες, με τις τιμές υλικών όπως το βολφράμιο να έχουν εξαπλασιαστεί.
Παρά την πολιτική βούληση για μια ισχυρή αμυντική βιομηχανία, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και η εξάρτηση από τις κινεζικές πρώτες ύλες απειλούν να ναρκοθετήσουν ακόμη και αυτή την προσπάθεια οικονομικής επιβίωσης του Βερολίνου.