Σε μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση προσέρχονται οι ψηφοφόροι στην Κολομβία για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, καλούμενοι να επιλέξουν την πορεία της χώρας ανάμεσα στην παραμονή της αριστεράς στην εξουσία και την επιστροφή σε μια σκληροπυρηνική δεξιά.
Η εκλογική διαδικασία διεξάγεται στη σκιά της χειρότερης έξαρσης βίας από το 2016, όταν υπογράφηκε η ιστορική συμφωνία ειρήνης με τους αντάρτες των FARC. Η προεκλογική περίοδος υπήρξε η πιο αιματηρή της τελευταίας δεκαετίας, σημαδεμένη από τη δολοφονία δεκάδων ηγετών κοινοτήτων, πολιτών, αστυνομικών, αλλά και ενός υποψήφιου προέδρου.
Στην κούρσα συμμετέχουν δεκατέσσερις υποψήφιοι, όμως η μάχη δίνεται μεταξύ τριών επικρατέστερων προσώπων, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι η ανάδειξη νικητή θα κριθεί σε δεύτερο γύρο στις 21 Ιουνίου.
Το κεντρικό σημείο τριβής των υποψηφίων αφορά τη διαχείριση της ένοπλης σύγκρουσης που ταλανίζει τη χώρα εδώ και έξι δεκαετίες: από τη μία πλευρά προτείνεται η συνέχιση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων και από την άλλη η ολοκληρωτική καταστολή των ανταρτών, των παραστρατιωτικών και των καρτέλ ναρκωτικών.
Ο απερχόμενος πρόεδρος Γκουστάβο Πέτρο, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα επανεκλογής, παραμένει ο κεντρικός πόλος της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αν και διατηρεί υψηλά ποσοστά δημοτικότητας στα λαϊκά στρώματα λόγω της μείωσης της φτώχειας, της ανεργίας και της ενίσχυσης των κοινωνικών προγραμμάτων, οι χειρισμοί του στο κομμάτι της ασφάλειας δέχονται σφοδρά πυρά.
Το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις έχει ο 63χρονος αριστερός γερουσιαστής Ιβάν Σεπέδα, υποστηρικτής της κυβερνητικής γραμμής, ο οποίος υπόσχεται συνέχιση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και εμμονή στις ειρηνευτικές συνομιλίες με τις ένοπλες οργανώσεις.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται ο 47χρονος Αμπελάρδο ντε λα Εσπριέγια, ένας εκκεντρικός, δεξιός δικηγόρος με αντισυστημικό προφίλ, ο οποίος αυτοαποκαλείται «Τίγρης», χρησιμοποιεί στρατιωτικούς χαιρετισμούς και υπόσχεται φυλακή ή θάνατο για το οργανωμένο έγκλημα.
Την τριάδα κλείνει η 50χρονη συντηρητική γερουσιαστής Παλόμα Βαλένσια, εκλεκτοί του πρώην προέδρου Άλβαρο Ουρίμπε, η οποία εισηγείται την εγκατάλειψη της πολιτικής της «ολοκληρωτικής ειρήνης» για χάρη της «ολοκληρωτικής ασφάλειας» μέσω της αστυνομίας και του στρατού.
Η έντονη πόλωση είχε αποτυπωθεί ήδη από τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου, όπου ο αριστερός συνασπισμός πρώτευσε μεν, αλλά κανένα κόμμα δεν εξασφάλισε αυτοδυναμία, γεγονός που προμηνύει δυσκολίες στη συγκρότηση κυβέρνησης για τον επόμενο πρόεδρο.
Από την πλευρά του, το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο εμφανίζεται καθησυχαστικό, σημειώνοντας ότι συχνά οι εγκληματικές οργανώσεις κηρύσσουν μονομερή εκεχειρία για την ομαλή διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Για την αποτροπή επεισοδίων και τη διασφάλιση της διαδικασίας, οι αρχές έχουν αναπτύξει μια γιγαντιαία δύναμη που ξεπερνά τους 400.000 στρατιώτες και αστυνομικούς σε ολόκληρη τη χώρα.