Η απειλή των θαλάσσιων ναρκών στο Στενό του Ορμούζ ενδέχεται να καθυστερήσει για εβδομάδες την πλήρη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, ακόμη και μετά την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για την επαναλειτουργία του στρατηγικού θαλάσσιου διαδρόμου, σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της ναυτιλίας και της θαλάσσιας ασφάλειας.
Όπως αναφέρουν δυτικές πηγές του κλάδου, θα μπορούσαν να απαιτηθούν από 40 έως και 50 ημέρες επιχειρήσεων ναρκοκαθαρισμού προτού ασφαλιστικές εταιρείες, ναυτιλιακοί όμιλοι και πετρελαϊκές επιχειρήσεις θεωρήσουν ασφαλή τη διέλευση πλοίων από την περιοχή.
Οι επιχειρήσεις αναμένεται να πραγματοποιηθούν με τη συμμετοχή εξειδικευμένων ναρκαλιευτικών πλοίων και υποβρύχιων μη επανδρωμένων συστημάτων, με στόχο τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση πιθανών ναρκοπεδίων.
Κίνδυνος για τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές
Η καθυστέρηση στην πλήρη επαναλειτουργία του Ορμούζ θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, καθώς μέσω του συγκεκριμένου περάσματος διακινούνταν πριν από τον πόλεμο περίπου το 20% της παγκόσμιας ημερήσιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι ενδεχόμενες καθυστερήσεις θα μπορούσαν να κρατήσουν εκτός αγοράς δεκάδες εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, τη στιγμή που τα ενεργειακά αποθέματα των μεγαλύτερων οικονομιών βρίσκονται ήδη σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Παρότι το Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες επέτρεψαν τις τελευταίες εβδομάδες τη διέλευση περιορισμένου αριθμού πλοίων, οι ναυτιλιακές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα την κατάσταση.
Ο επικεφαλής ασφάλειας της διεθνούς ναυτιλιακής ένωσης BIMCO, Γιάκομπ Λάρσεν, δήλωσε ότι η διέλευση από το Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να θεωρείται υψηλού κινδύνου.
«Η απειλή των ναρκών παραμένει σοβαρή ανησυχία και απαιτείται η δημιουργία αποδεδειγμένα ασφαλών διαδρόμων ναυσιπλοΐας», τόνισε.
Ανησυχία για πιθανή ναρκοθέτηση
Παραμένει άγνωστο πόσες νάρκες ενδέχεται να έχουν τοποθετηθεί στην περιοχή.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η Τεχεράνη είχε επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι θα μπορούσε να ναρκοθετήσει τις θαλάσσιες οδούς του Περσικού Κόλπου σε περίπτωση επίθεσης εναντίον ιρανικών στόχων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υποστηρίξει ότι η απειλή είναι υπαρκτή, ενώ ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε δηλώσει στις αρχές Ιουνίου ότι μεγάλες περιοχές του Στενού του Ορμούζ είχαν ναρκοθετηθεί.
Παράλληλα, γερμανικές στρατιωτικές πηγές, επικαλούμενες πληροφορίες από αμερικανικά και βρετανικά μέσα παρακολούθησης, ανέφεραν ότι είχαν εντοπιστεί ύποπτες τοποθεσίες σε τέσσερα διαφορετικά σημεία γύρω από το στενό, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η ανεξάρτητη επιβεβαίωσή τους.
Οι ασφαλιστικές ζητούν εγγυήσεις
Η πιθανότητα ύπαρξης έστω και μικρού αριθμού ναρκών αρκεί για να προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες στη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.
Ένα υπερδεξαμενόπλοιο μαζί με το φορτίο του μπορεί να έχει αξία που προσεγγίζει τα 300 εκατ. δολάρια, γεγονός που καθιστά τις ασφαλιστικές εταιρείες ιδιαίτερα επιφυλακτικές.
Ο διευθύνων σύμβουλος της V.Group, Ρενέ Κόφοντ-Όλσεν, υπογράμμισε ότι ακόμη και μία μόνο νάρκη αρκεί για να προκαλέσει ανθρώπινες απώλειες και σοβαρό ναυτικό ατύχημα.
«Μία θαλάσσια νάρκη είναι αρκετή για να υπάρξουν θύματα. Πρόκειται για ένα τεράστιο ζήτημα για την παγκόσμια ναυτιλία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η κίνηση παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα προπολεμικά επίπεδα
Παρά τις πρόσφατες διευκολύνσεις στη διέλευση πλοίων, η κίνηση στο Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Σύμφωνα με διαθέσιμα ναυτιλιακά στοιχεία, τις τελευταίες εβδομάδες διέρχονταν καθημερινά κατά μέσο όρο μόλις 12 έως 15 πλοία, έναντι 120 έως 140 πλοίων ημερησίως πριν από τη σύγκρουση.
Η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ήδη αποστείλει πολεμικά πλοία και εξειδικευμένα ναρκαλιευτικά μέσα στην περιοχή, ενόψει πιθανών επιχειρήσεων εκκαθάρισης.
Ο γενικός γραμματέας του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού του ΟΗΕ, Αρσένιο Ντομίνγκεζ, χαιρέτισε τη συμφωνία για το άνοιγμα του Ορμούζ, σημειώνοντας ωστόσο ότι η πλήρης αποκατάσταση της ασφάλειας θα απαιτήσει χρόνο.
«Η εφαρμογή της συμφωνίας θα χρειαστεί χρόνο ώστε να εξασφαλιστούν όλες οι απαραίτητες εγγυήσεις ασφάλειας και προστασίας», τόνισε.