Τέλος στη δράση μιας πολυμελούς, αυστηρά δομημένης εγκληματικής οργάνωσης που είχε πλημμυρίσει με κοκαΐνη την Αττική έβαλε η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αθηνών.
Σε μια ευρείας κλίμακας, συντονισμένη επιχείρηση, με τη δυναμική συνδρομή των ειδικών δυνάμεων της Ε.Κ.Α.Μ. και της Ο.Π.Κ.Ε., οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν εφόδους σε κρησφύγετα («καβάτζες») του κυκλώματος, συλλαμβάνοντας εννέα άτομα ηλικίας από 24 έως 49 ετών, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη πέντε ταυτοποιημένα μέλη που αναζητούνται.
Το δίκτυο, το οποίο λειτουργούσε με τη μορφή επιχείρησης τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2025, διοικούνταν από έναν 39χρονο αλβανικής καταγωγής, ο οποίος είχε τον ρόλο του «εγκεφάλου» και κατεύθυνε τρεις υπαρχηγούς (επίσης Αλβανούς υπηκόους). Αυτοί με τη σειρά τους μοίραζαν τα ναρκωτικά στους ντίλερ για την τελική διάθεση στους χρήστες.
Προκειμένου να ξεγλιστρούν από τις αρχές, τα μέλη της οργάνωσης άλλαζαν συνεχώς τηλεφωνικές συνδέσεις («επιχειρησιακά» τηλέφωνα) και χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφημένες εφαρμογές επικοινωνίας. Παράλληλα, είχαν αναπτύξει ένα πλούσιο λεξιλόγιο από συνθηματικά: η κοκαΐνη βαφτιζόταν «κρέας», «μπριζόλα», «μπύρα», «μπαρούτι», «λευκό» ή «σκόνη», η βραχώδης μορφή της «πέτρα» ή «κορφάδι», ενώ για τις χρηματικές συναλλαγές σε ευρώ χρησιμοποιούσαν τη λέξη «λεκ».
Στις έρευνες που έγιναν στους χώρους του κυκλώματος, οι αστυνομικοί εντόπισαν και κατέσχεσαν σχεδόν 830 γραμμάρια κοκαΐνης, 3 πιστόλια, γεμιστήρα πολεμικού τυφεκίου, πάνω από 100 φυσίγγια, ασυρμάτους, ζυγαριές ακριβείας, πέντε οχήματα διακίνησης, καθώς και περισσότερα από 14.500 ευρώ.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΛ.ΑΣ., τα παράνομα κέρδη του συνδικάτου ξεπερνούν τις 900.000 ευρώ, ενώ οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν ήδη ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα για να αντιμετωπίσουν ένα βαρύ κατηγορητήριο που περιλαμβάνει από σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και εμπορία ναρκωτικών, μέχρι πλαστογραφία και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.