Την επιστροφή στην τεχνολογία των ατμοκίνητων καταπελτών για τα επόμενα αεροπλανοφόρα κλάσης Gerald R. Ford διέταξε ο Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας από το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό να εγκαταλείψει τα προηγμένα ηλεκτρομαγνητικά συστήματα εκτόξευσης αεροσκαφών. Η αλλαγή αναμένεται να κοστίσει δισεκατομμύρια δολάρια και προκαλεί αντιδράσεις στους κόλπους της αμυντικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο Αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε την Πέμπτη υπόμνημα εθνικής ασφάλειας που προβλέπει την αλλαγή του σχεδιασμού από το τέταρτο αεροπλανοφόρο της κλάσης και μετά.
Τα τρία πρώτα πλοία — USS Gerald R. Ford, USS John F. Kennedy και USS Enterprise — θα διατηρήσουν το ηλεκτρομαγνητικό σύστημα εκτόξευσης αεροσκαφών. Αντίθετα, το τέταρτο, USS Doris Miller, προβλέπεται να εξοπλιστεί με ατμοκίνητους καταπέλτες, παρότι ολόκληρη η κλάση Ford σχεδιάστηκε εξαρχής γύρω από την ηλεκτρομαγνητική τεχνολογία.
Δέσμευση του Τραμπ από το 2017
Η απόφαση υλοποιεί μια θέση που ο Τραμπ διατυπώνει εδώ και σχεδόν μία δεκαετία. Ήδη από το 2017, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του, είχε επικρίνει τους ηλεκτρομαγνητικούς καταπέλτες και είχε ταχθεί υπέρ της επιστροφής στο παλαιότερο σύστημα ατμού.
Τον περασμένο μήνα επανέλαβε την κριτική του, υποστηρίζοντας ότι τα ηλεκτρομαγνητικά συστήματα είναι «πολύ πιο περίπλοκα» και κατώτερα από εκείνα που αντικατέστησαν.
Το Πολεμικό Ναυτικό και στελέχη της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας έχουν αντιταχθεί επί χρόνια σε μια τέτοια αλλαγή, επισημαίνοντας τόσο το υψηλό κόστος όσο και τις τεχνικές δυσκολίες επανασχεδιασμού των πλοίων.
Το Ναυτικό υπερασπίζεται το ηλεκτρομαγνητικό σύστημα
Το USS Gerald R. Ford, το πρώτο αεροπλανοφόρο της νέας κλάσης, κόστισε περισσότερα από 13 δισ. δολάρια και αντιμετώπισε σημαντικά τεχνικά προβλήματα κατά την ανάπτυξη και την κατασκευή του, μεταξύ άλλων στους καταπέλτες, στα συστήματα ανάσχεσης αεροσκαφών και στους ανελκυστήρες πυρομαχικών.
Ωστόσο, το Πολεμικό Ναυτικό υποστηρίζει ότι τα προβλήματα έχουν σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπιστεί και ότι οι ηλεκτρομαγνητικοί καταπέλτες έχουν πλέον αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους. Σύμφωνα με στοιχεία του, επιτρέπουν υψηλότερο ρυθμό απογειώσεων και προσγειώσεων σε σύγκριση με τα παλαιότερα αεροπλανοφόρα κλάσης Nimitz.
Μέχρι τον Μάρτιο, οι τέσσερις ηλεκτρομαγνητικοί καταπέλτες του Ford είχαν πραγματοποιήσει σχεδόν 37.000 εκτοξεύσεις αεροσκαφών.
Ο ναυτικός αναλυτής Μπράιαν Κλαρκ του Hudson Institute εκτιμά ότι η επιστροφή στον ατμό θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς τα Ford έχουν σχεδιαστεί με εντελώς διαφορετική αρχιτεκτονική από τα Nimitz.
Τα παλαιότερα αεροπλανοφόρα χρησιμοποιούν εκτεταμένο δίκτυο ατμού όχι μόνο για τους καταπέλτες, αλλά και για άλλες λειτουργίες του πλοίου. Αντίθετα, η κλάση Ford βασίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στην ηλεκτρική ενέργεια, περιορίζοντας τις σωληνώσεις, τα μηχανικά εξαρτήματα και τις ανάγκες συντήρησης.
Το Ford διαθέτει επίσης περίπου 500 λιγότερα μέλη πληρώματος από ένα Nimitz, ενώ, σύμφωνα με πρώιμα στοιχεία του Ναυτικού, το ετήσιο λειτουργικό κόστος του είναι περίπου 100 εκατ. δολάρια χαμηλότερο.
Αντιδρά η General Atomics
Την επανεξέταση της απόφασης ζητά η General Atomics, η οποία κατασκευάζει τα ηλεκτρομαγνητικά συστήματα εκτόξευσης και ανάσχεσης της κλάσης Ford.
Η εταιρεία έχει ήδη από το 2023 αναλάβει την κατασκευή των αντίστοιχων συστημάτων για το USS Doris Miller και, σύμφωνα με την ίδια, το έργο έχει ολοκληρωθεί σχεδόν κατά 50%.
Προειδοποιεί ότι μια τόσο σημαντική αλλαγή σε αυτό το στάδιο ενέχει σοβαρούς κινδύνους για το κόστος, το χρονοδιάγραμμα κατασκευής και την ενσωμάτωση των νέων συστημάτων.
Η Huntington Ingalls Industries, που κατασκευάζει τα αεροπλανοφόρα Ford, ανακοίνωσε ότι θα συνεργαστεί με το Πολεμικό Ναυτικό για την εφαρμογή των αλλαγών που θα αποφασιστούν.
Η επιλογή της Ουάσιγκτον αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον καθώς η Κίνα έχει ήδη περάσει στην τεχνολογία ηλεκτρομαγνητικών καταπελτών στα νεότερα αεροπλανοφόρα της, ενώ αντίστοιχη τεχνολογία σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει και η Γαλλία στο μελλοντικό της αεροπλανοφόρο.
Νέο ναυπηγείο και επιτάχυνση του προγράμματος υποβρυχίων
Το υπόμνημα Τραμπ περιλαμβάνει ευρύτερες παρεμβάσεις στην αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία, με στόχο την επιτάχυνση των επισκευών υποβρυχίων και την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας.
Μεταξύ άλλων προβλέπει επενδύσεις στα αμερικανικά ναυπηγεία, καθώς και τη δυνατότητα συμμετοχής ξένων ναυπηγικών εταιρειών στην κατασκευή έως δύο πλοίων στο εξωτερικό, σε συνδυασμό με επενδύσεις και εκπαίδευση εργαζομένων στις ΗΠΑ.
Παράλληλα, σχεδιάζεται η δημιουργία νέου δημόσιου ναυπηγείου για την επισκευή υποβρυχίων, το οποίο, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, θα είναι το πρώτο νέο ναυπηγείο του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού εδώ και 83 χρόνια.
Προβλέπεται ακόμη η δημιουργία ενός Component Repair Center, μιας μεγάλης υποδομής επισκευής και διαχείρισης ανταλλακτικών υποβρυχίων, ώστε να μειωθούν οι χρόνοι συντήρησης.
Το Πολεμικό Ναυτικό επιδιώκει εδώ και χρόνια να αυξήσει τον ρυθμό ναυπήγησης υποβρυχίων, με στόχο την παραγωγή δύο Virginia και ενός Columbia ετησίως.
Η απόφαση για τους καταπέλτες αποτελεί μία ακόμη προσωπική παρέμβαση του Τραμπ σε μεγάλα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα, μετά τις παρεμβάσεις του σε προγράμματα όπως το Air Force One και το F-35, καθώς και στις επιλογές του Πολεμικού Ναυτικού για τα μελλοντικά πολεμικά πλοία του.